Σοβαρότατες αιχμές για την υπόθεση του καταδικασμένου χρηματιστή και «σεξουαλικού αρπακτικού» Τζέφρι Επστάιν διατυπώνουν εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, κάνοντας λόγο ακόμη και για πράξεις που ενδέχεται να εμπίπτουν στο νομικό πλαίσιο των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
Σε ανακοίνωσή τους, οι ειδικοί αναφέρονται σε ένα παγκόσμιο εγκληματικό δίκτυο, το οποίο – όπως υποστηρίζουν – λειτουργούσε με τρόπο συστηματικό, διακρατικό και βαθιά ριζωμένο σε δομές υπεροχής, ρατσισμού, διαφθοράς και ακραίας μισογυνίας. Τα εγκλήματα που περιγράφονται στον εκτενή φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος περιλαμβάνει εκατομμύρια έγγραφα που τηρούνται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, αποτυπώνουν – κατά τους ίδιους – μια εκτεταμένη εμπορευματοποίηση και απανθρωποποίηση γυναικών και κοριτσιών.
«Τόσο σοβαρές είναι η κλίμακα, η φύση, ο συστηματικός χαρακτήρας και η διακρατική διάσταση αυτών των φρικαλεοτήτων κατά των γυναικών και των κοριτσιών που ορισμένες από αυτές μπορεί να πληρούν τα νομικά κριτήρια για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», αναφέρουν χαρακτηριστικά στην ανακοίνωσή τους.
«Σοβαρές παραβιάσεις των υποχρεώσεων συμμόρφωσης»
Οι εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στα έγγραφα απαιτούν ανεξάρτητη, διεξοδική και αμερόληπτη έρευνα, ζητώντας να εξεταστεί πώς ήταν δυνατόν τέτοιου είδους εγκλήματα να διαπράττονται επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, εκφράζουν ανησυχία για «σοβαρές παραβιάσεις των υποχρεώσεων συμμόρφωσης και ακατάλληλη ανωνυμοποίηση/διαγραφή πληροφοριών», που – όπως σημειώνουν – οδήγησαν στη δημοσιοποίηση ευαίσθητων δεδομένων που αφορούν τα θύματα.
Μέχρι στιγμής, περισσότερα από 1.200 θύματα έχουν ταυτοποιηθεί μέσα από τα έγγραφα που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η μερική αποκάλυψη στοιχείων και η απουσία πλήρους διαφάνειας έχει εντείνει το τραύμα πολλών εξ αυτών.
«Η απροθυμία να αποκαλυφθούν πλήρως πληροφορίες ή να επεκταθούν οι έρευνες έχει αφήσει πολλά θύματα να αισθάνονται εκ νέου τραυματισμένα», σημειώνουν.
Η δημοσιοποίηση των εγγράφων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης έφερε στο φως τις διασυνδέσεις του Επστάιν με πρόσωπα υψηλής επιρροής από τον χώρο της πολιτικής, των οικονομικών, της ακαδημαϊκής κοινότητας και των επιχειρήσεων, τόσο πριν όσο και μετά την παραδοχή της ενοχής του το 2008 για κατηγορίες πορνείας, στις οποίες περιλαμβανόταν και η προσέλκυση ανήλικων κοριτσιών.
Τον Νοέμβριο, το Κογκρέσο των ΗΠΑ ενέκρινε με ευρεία διακομματική στήριξη νόμο που επιβάλλει τη δημοσιοποίηση όλων των εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση Επστάιν, επιχειρώντας να ενισχύσει τη διαφάνεια και την απόδοση ευθυνών.
Ο Τζέφρι Επστάιν βρέθηκε νεκρός στο κελί του το 2019, λίγες εβδομάδες μετά τη σύλληψή του και τη μεταγωγή του σε ομοσπονδιακή φυλακή, όπου αντιμετώπιζε κατηγορίες για σεξουαλική εμπορία παιδιών. Ο θάνατός του αποδόθηκε επισήμως σε αυτοκτονία.
Ωστόσο, οι πρόσφατες παρεμβάσεις των εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ επαναφέρουν στο προσκήνιο όχι μόνο το εύρος των καταγγελλόμενων εγκλημάτων, αλλά και τα ερωτήματα γύρω από τη διαχείριση και τη διερεύνηση μιας υπόθεσης που εξακολουθεί να προκαλεί διεθνή αναστάτωση.



