Η συντριπτική επικράτηση του «όχι» με 54% στο δημοψήφισμα για την αναμόρφωση της δικαιοσύνης αποτελεί την πρώτη ουσιαστική ήττα για την Τζόρτζια Μελόνι, σηματοδοτώντας μια ξεκάθαρη αποδοκιμασία της κυβερνητικής της πορείας.
Η συμμετοχή, που άγγιξε το 60%, ανέδειξε μια ισχυρή κοινωνική αντίσταση, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Ρώμη και το Μιλάνο, όπου οι πολίτες απέρριψαν μαζικά την πρόταση για τον πλήρη διαχωρισμό των καθηκόντων μεταξύ δικαστών και εισαγγελέων.
Το κυβερνητικό σχέδιο προέβλεπε ριζικές αλλαγές, με τους λειτουργούς της δικαιοσύνης να μην μπορούν πλέον να εναλλάσσονται στις θέσεις τους, ενώ περιλάμβανε τη διαίρεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και τη δημιουργία ενός νέου πειθαρχικού δικαστηρίου, τα μέλη του οποίου θα επιλέγονταν μέσω κλήρωσης. Η απόπειρα αυτή της Μελόνι προκάλεσε έντονες επικρίσεις, καθώς πολλοί διέκριναν αναλογίες με τις κινήσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου στο Ισραήλ, θεωρώντας την ως μια προσπάθεια ελέγχου της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική. Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Κάρλο Νόρντιο, είχε πυροδοτήσει περαιτέρω την ένταση, φτάνοντας στο σημείο να παρομοιάσει ορισμένους εισαγγελείς με «παράλληλη μαφία».
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός, η οποία πριν την κάλπη δήλωνε πως η ψηφοφορία δεν αφορούσε το πρόσωπό της αλλά τον εκσυγχρονισμό της χώρας, αναγκάστηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα, κάνοντας λόγο για μια «χαμένη ευκαιρία». Ωστόσο, η αντιπολίτευση φαίνεται να αποκτά νέα δυναμική, με την ηγέτιδα του Δημοκρατικού Κόμματος, Έλι Σλάιν, να δηλώνει πως το μήνυμα των πολιτών είναι σαφές και αποδεικνύει ότι υπάρχει πλέον εναλλακτική λύση. Αιχμηρός ήταν και ο πρώην πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, ο οποίος σημείωσε ότι η κυβέρνηση έχασε το «μαγικό της άγγιγμα» και πως η ηγεσία δεν μπορεί απλώς να προσπεράσει την ήττα «σφυρίζοντας αδιάφορα».
Στην έκβαση της αναμέτρησης φαίνεται πως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο η οικονομική στασιμότητα και οι ανησυχίες για το ενεργειακό κόστος, παράγοντες που γιγάντωσαν τη δυσαρέσκεια στα αστικά κέντρα.


