Η συνεχιζόμενη πολεμική σύγκρουση στο Ιράν προκαλεί ασφυκτικές πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία, φέρνοντας την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προ κρίσιμων αποφάσεων για τη νομισματική της πολιτική. Σύμφωνα με δηλώσεις του Μάρτιν Κόχερ, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και κεντρικού τραπεζίτη της Αυστρίας, η αύξηση των επιτοκίων τον προσεχή Ιούνιο θεωρείται πλέον το επικρατέστερο σενάριο, εκτός εάν υπάρξει μια αναπάντεχη διπλωματική σύγκλιση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν που θα σηματοδοτούσε το τέλος των εχθροπραξιών. Στο περιθώριο της πρόσφατης συνόδου των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών στην Κύπρο, ο Κόχερ τόνισε ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί σε επίπεδα υψηλότερα των αρχικών προβλέψεων, επιτείνοντας την ανησυχία των καταναλωτών που βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με το αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Η διατήρηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη κοντά στο 3% για το 2026, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον στόχο του 2%, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της ανάπτυξης στο οριακό 0,9%, ενισχύει τους φόβους για εμφάνιση στασιμοπληθωρισμού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη αναθεωρήσει επί τα χείρω τις εκτιμήσεις της για το ΑΕΠ, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος πλήττει καίρια τη βιομηχανία και τις μεταφορές, ενώ παράλληλα διαχέεται σε όλο το φάσμα της κατανάλωσης. Το περιβάλλον αυτό έχει ανατρέψει τις προσδοκίες των επενδυτών, οι οποίοι μέχρι πρότινος προεξοφλούσαν μειώσεις επιτοκίων, αναγκάζοντας πλέον τις αγορές να προσαρμοστούν στην πιθανότητα μιας πιο αυστηρής νομισματικής προσέγγισης από τη Φρανκφούρτη.
Το θεμελιώδες πρόβλημα για τη γηραιά ήπειρο παραμένει η ενεργειακή αβεβαιότητα, με τους αξιωματούχους να προειδοποιούν ότι οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου ενδέχεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα έως και το τέλος του 2027. Η ΕΚΤ καλείται να ισορροπήσει σε ένα εξαιρετικά δύσκολο σκηνικό, όπου η ανάγκη για στήριξη μιας οικονομίας που επιβραδύνεται συγκρούεται με την επιταγή για καταστολή του επίμονου πληθωρισμού. Αναλυτές προειδοποιούν ότι, εάν οι πιέσεις στις τιμές ενέργειας δεν αποκλιμακωθούν, η Ευρωζώνη κινδυνεύει να εισέλθει σε έναν φαύλο κύκλο υψηλού κόστους δανεισμού και χαμηλής ανάπτυξης, ξυπνώντας μνήμες από τις μεγάλες ενεργειακές κρίσεις του παρελθόντος.
