• Στην πολιτική οι αλλαγές στάσης δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό πράγμα. Οι κοινωνίες αλλάζουν, τα δεδομένα μεταβάλλονται και οι κυβερνήσεις οφείλουν να προσαρμόζονται. Υπάρχει, όμως, μια βασική προϋπόθεση: η αλλαγή να υπαγορεύεται από το δημόσιο συμφέρον και όχι από τον φόβο της κάλπης.
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
• Ο Κ. Μητσοτάκης τους τελευταίους μήνες προσπαθεί να πείσει ότι ακολουθεί μια πολύ αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική. Οι τόνοι ανέβηκαν, οι δηλώσεις έγιναν πιο σκληρές και η ρητορική θυμίζει ολοένα περισσότερο εκείνη που μέχρι πρόσφατα κατήγγελλε ως «λαϊκισμό». Μόνο που υπάρχει μια ενοχλητική πραγματικότητα: όπως αποκαλύπτει σήμερα η «δημοκρατία» με βάση επίσημο έγγραφο του υπ. Εσωτερικών στη Βουλή επί των ημερών του απονεμήθηκαν περισσότερες από 102.700 ελληνικές ιθαγένειες, αριθμός που δύσκολα συμβιβάζεται με το νέο αφήγημα περί αυστηρής μεταναστευτικής πολιτικής.
• Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί άλλαξε στάση. Το ερώτημα είναι γιατί την αλλάζει τώρα. Η απάντηση βρίσκεται όχι στα σύνορα αλλά στις δημοσκοπήσεις. Η κυβέρνηση βλέπει εδώ και μήνες ένα τμήμα των παραδοσιακών ψηφοφόρων της να μετακινείται προς τα δεξιά, θεωρώντας ότι η Ν.Δ. εγκατέλειψε βασικές αρχές της σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας, ασφάλειας και Μεταναστευτικού. Οι διαρροές έχουν προκαλέσει πανικό στο Μέγαρο Μαξίμου και όταν η εκλογική αιμορραγία αρχίζει να αποτυπώνεται στις μετρήσεις, η πολιτική μετατρέπεται σε άσκηση ανάκτησης χαμένων ψηφοφόρων.
• Δεν είναι τυχαίο ότι η στροφή αυτή συμπίπτει με την έναρξη της άτυπης προεκλογικής περιόδου. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι δύσκολα μπορεί να ανακτήσει το χαμένο έδαφος με την οικονομία, την ακρίβεια, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τα Τέμπη, τις πυρκαγιές ή τις αλλεπάλληλες κρίσεις αξιοπιστίας. Επιχειρεί, λοιπόν, να επανασυσπειρώσει το παραδοσιακό της ακροατήριο, επενδύοντας σε ζητήματα που προκαλούν ισχυρά αντανακλαστικά, όπως το Μεταναστευτικό και η ασφάλεια.
• Το παράδοξο είναι ότι αυτή η νέα αυστηρότητα έρχεται να διαψεύσει την ίδια την κυβερνητική αφήγηση των προηγούμενων ετών. Αν η πολιτική που εφαρμόστηκε από το 2019 ήταν επιτυχημένη, γιατί χρειάζεται τόσο θεαματική αλλαγή πορείας; Και αν, αντίθετα, κρίθηκε ανεπαρκής, γιατί χρειάστηκε να περάσουν επτά χρόνια για να αναγνωριστεί, έστω σιωπηρά, ότι απαιτείται διαφορετική προσέγγιση; Η κυβέρνηση δεν απαντά σε αυτό το ερώτημα. Προτιμά να αλλάξει τη συζήτηση αντί να εξηγήσει τις επιλογές της.
• Στην πραγματικότητα, η νέα ρητορική δεν απευθύνεται στους παράνομους διακινητές ή μετανάστες. Απευθύνεται πρωτίστως στους απογοητευμένους ψηφοφόρους της Ν.Δ. Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά. Το ίδιο μοτίβο έχει εμφανιστεί και σε άλλα πεδία: άλλη γλώσσα απέναντι στην Εκκλησία όταν πλησιάζουν οι εκλογές, άλλη στάση στα εθνικά ζητήματα όταν αυξάνεται η κοινωνική πίεση, άλλη ρητορική όταν αλλάζουν οι πολιτικοί συσχετισμοί. Η σταθερά δεν είναι οι αρχές. Είναι η προσπάθεια να περιοριστεί η εκλογική φθορά. Μόνο που είναι πια αργά…
Από τη στήλη «Ο κοριός» της «δημοκρατίας»
