Η έναρξη του σχολικού έτους 2026-2027, σημαδευόμενη από τη δραματική συγχώνευση και κατάργηση εκατοντάδων σχολικών μονάδων, συνιστά μια βαθύτατα ανησυχητική αποτύπωση του δημογραφικού μας μέλλοντος. Η συνεχιζόμενη υποχώρηση των γεννήσεων και η ταχύτατη γήρανση του πληθυσμού δεν εξαντλούνται στα στενά όρια ενός απλού κοινωνικού φαινομένου.
- Του Νίκου Σ. Αναστασιάδη
Αναγορεύονται σε ένα οντολογικό ζήτημα με βαθύτατες πολιτικές, θεσμικές και δημοκρατικές συνέπειες. Παρ’ όλα αυτά, το Δημογραφικό αντιμετωπίστηκε επί σειρά ετών υπό ένα πρίσμα ιδιωτικότητας, ως στενή υπόθεση του οικογενειακού προγραμματισμού ή, το πολύ, ως ένα πρόβλημα επιδεχόμενο αποσπασματικών και ρηχών ρυθμίσεων.
Η αμείλικτη γλώσσα των στατιστικών δεδομένων καταδεικνύει το ιστορικό μέγεθος της εθνικής μας συρρίκνωσης:
Το 2024 γεννήθηκαν στην πατρίδα μας μόλις 68.467 παιδιά, έναντι 71.455 το 2023. Κατά την ίδια χρονιά, καταγράφηκαν 126.916 θάνατοι, διαμορφώνοντας ένα βαρύτατα αρνητικό ισοζύγιο της τάξης των 58.449 ατόμων. Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας διαμορφώθηκε στο εξόχως ανησυχητικό επίπεδο του 1,38 το 2023.
Τα πλέον πρόσφατα δεδομένα υποδεικνύουν πως ο εν λόγω δείκτης υποχωρεί περαιτέρω στο 1,2 για το 2024, ευρισκόμενος σε δραματική απόκλιση από το 2,1, το οποίο αποτελεί το θεμελιώδες όριο για τη φυσιολογική αναπλήρωση των γενεών. Αυτή η σκληρή πραγματικότητα υπογραμμίζει πως το Δημογραφικό συνιστά ένα κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα, συνυφασμένο με τον πυρήνα των ευθυνών της Πολιτείας.
Δεν προσδιορίζεται μονόπλευρα από την αυξομείωση των γεννήσεων, αλλά από το κατά πόσο το κράτος εγκαθιδρύει και εξασφαλίζει εκείνες τις δικαιοκρατικές και κοινωνικές προϋποθέσεις, ώστε οι πολίτες να σχεδιάζουν τον βίο τους με αίσθημα ασφάλειας και αξιοπρέπειας. Η απόφαση για τη συγκρότηση οικογένειας καθορίζεται από την ποιότητα των εργασιακών σχέσεων, το επίπεδο του διαθέσιμου εισοδήματος, την απρόσκοπτη πρόσβαση στη στέγαση, την επάρκεια των δομών φροντίδας και, πρωτίστως, από την προσδοκία μιας ασφαλούς βιοτικής προοπτικής.
Οταν τα θεμέλια αυτά κλονίζονται, η υπογεννητικότητα παύει να αποτελεί ατομική επιλογή και μετατρέπεται σε αναπόδραστο απότοκο συστημικών και θεσμικών ελλειμμάτων. Αδιάψευστος μάρτυρας αυτού αποτελούν οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι συμπολίτες μας που ξενιτεύτηκαν κατά τη διάρκεια της πολυετούς κρίσης. Η πλειονότητα αυτών δημιούργησε οικογένεια με δύο ή και τρία τέκνα στη νέα τους πατρίδα, ακριβώς διότι οι χώρες υποδοχής τούς παρέχουν το προαναφερθέν αναγκαίο πλέγμα σταθερότητας.
Οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών αναγνωρίζουν το πρόβλημα, ωστόσο απέτυχαν παταγωδώς να το αντιμετωπίσουν στη ρίζα του. Το προσέγγισαν με τρόπο αποσπασματικό, χωρίς ίχνος μακρόπνοου στρατηγικού σχεδιασμού και σε πλήρη αναντιστοιχία με τις κεντρικές δημόσιες πολιτικές. Η μονομερής έμφαση στην επιδοματική πολιτική, αν και κοινωνικά επιβεβλημένη, αποδεικνύεται παντελώς ανεπαρκής για την αναστροφή της δημογραφικής κατάρρευσης.
Είναι ιστορικά επιβεβλημένο να υπομνησθεί ότι μόνο η δέσμη μέτρων της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή, κατά την περίοδο 2007-2009, η οποία περιελάμβανε μέτρα όπως η αναγνώριση της τρίτεκνης οικογένειας ως πολύτεκνης, η προνομιακή μεταχείριση των πολύτεκνων γονέων για διορισμό στη δημόσια διοίκηση και η θεσμοθέτηση ισόβιου επιδόματος στις πολύτεκνες μητέρες, κατόρθωσε, έστω και πρόσκαιρα, να ανακόψει την πτωτική τάση.
Η αλόγιστη κατάργηση των εν λόγω παρεμβάσεων από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου το 2010 εγκαινίασε την επαναφορά στη σταθερή και αμείλικτη μείωση των γεννήσεων. Περαιτέρω, δεν νοείται να αγνοηθεί το βαρύτατο επαγγελματικό κόστος που συνεπάγεται η τεκνοποιία, ιδίως για τις γυναίκες. Η πλημμελής κρατική αρωγή προς τη μητρότητα και η στενότητα των δομών φροντίδας καθίστανται μείζονες ανασταλτικοί παράγοντες στην κρίσιμη απόφαση για τεκνοποίηση.
Ομως, οι επιπτώσεις της δημογραφικής κρίσης διαθέτουν και ένα βαθύτατα πολιτικό και θεσμικό πρόσημο. Εξ αυτών κρίνεται όχι απλώς η πληθυσμιακή επιβίωση του έθνους, αλλά η ίδια η ανθεκτικότητα του δημοκρατικού μας κεκτημένου και η διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής. Η εντεινόμενη γήρανση του πληθυσμού αλλοιώνει αναπόδραστα τη σύνθεση του εκλογικού σώματος, εκτρέποντας τις πολιτικές προτεραιότητες από τα μακροπρόθεσμα οράματα προς τις βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις άμεσης πολιτικής απόδοσης.
Ταυτοχρόνως, αυξάνεται ασύμμετρα η πίεση επί του ασφαλιστικού και κοινωνικού κράτους. Μια ολοένα συρρικνούμενη παραγωγική βάση εργαζομένων καλείται να επωμιστεί το βάρος ενός διαρκώς αυξανόμενου αριθμού συνταξιούχων, εγκαθιδρύοντας ένα καθεστώς δομικής και επικίνδυνης διαγενεακής ανισορροπίας.
Εν κατακλείδι, η ευθύνη της Πολιτείας δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται στην πυροσβεστική διαχείριση των συνεπειών του δημογραφικού ζητήματος. Αντιθέτως, απαιτείται μια στρατηγική εθνικής εμβέλειας που να εστιάζει στην πρόληψη και τη θεσμική ανασυγκρότηση, με συνέπεια, ολιστική θεώρηση και χρονικό ορίζοντα που θα υπερβαίνει τη στενότητα των εκλογικών κύκλων.
Τούτο προϋποθέτει τη σφυρηλάτηση συνθηκών σταθερής και αξιοπρεπούς απασχόλησης, την υλοποίηση μιας ρηξικέλευθης στεγαστικής πολιτικής, την εκ βάθρων αναβάθμιση του δικτύου φροντίδας και την έμπρακτη, ουσιώδη ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας. Είναι αδήριτη εθνική υποχρέωση της Πολιτείας να διαμορφώσει εκείνο τον ζωτικό χώρο που θα επιτρέψει στη νέα γενιά να πορευθεί με βεβαιότητα και ασφάλεια στο μέλλον. Διότι, εάν το κράτος αδυνατεί να παράσχει χειροπιαστή προοπτική στους νέους του, έχει αυτομάτως απολέσει κάθε ιστορικό δικαίωμα να προσδοκά οποιαδήποτε προοπτική για το ίδιο του το μέλλον.

