Εδώ έχουμε κράτος. Ελληνικό. Κυρίαρχο. Περήφανο.
Τόσο κυρίαρχο, ώστε όταν θέλει να βάλει φόρο, βάζει. Όταν θέλει να τον κρατήσει, τον κρατά. Όταν όμως του πουν «μείωσέ τον», κοιτάζει προς Βρυξέλλες σαν παιδάκι που έσπασε το βάζο.
«Δεν ξέρω. Να ρωτήσουμε την Ευρώπη». Η Ευρώπη έγινε πια το άλλοθι με γραβάτα.
Η Μιλένα Αποστολάκη πετάει στο τραπέζι τους αριθμούς. Και οι αριθμοί, ως γνωστόν, είναι αγενείς: 700 ευρώ ΕΦΚ το χιλιόλιτρο στην Ελλάδα. 359 το ευρωπαϊκό ελάχιστο. Η διαφορά δεν είναι ψίχουλα. Είναι ολόκληρο καρβέλι. Φορολογικό. Κι όμως, η κυβέρνηση μας λέει περίπου ότι περιμένει να της επιτρέψουν να το ακουμπήσει.
Να μειώσει τον φόρο. Τον δικό της φόρο. Σε δική της χώρα. Με δικά της έσοδα. (Ένα θέατρο παραλόγου που θα ζήλευες και ο Ευγένιος Ιονέσκο). Αλλά κάπου εκεί εμφανίζεται η Κομισιόν, σαν τον χωροφύλακα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
«Πού πας;» «Να μειώσω τον ΕΦΚ». «Έχεις άδεια;». Αντιγράφουμε το ελληνικό σινεμά με ζήλο. Και κάποιοι γίνονται πιο κωμικοί από τους κωμικούς χαρακτήρες των ελληνικών ταινιών.
Και ο πολίτης από πίσω, με το πορτοφόλι ανοιχτό, περιμένει την άδεια να αναπνεύσει. Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν είναι η πέτρα του Μωυσή. Υπάρχουν διαδικασίες και δυνατότητες προσωρινών παρεκκλίσεων. Η Κροατία, μάλιστα, έλαβε το 2026 σχετική έγκριση για χαμηλότερους συντελεστές στα καύσιμα.
Άρα δεν είναι «απαγορεύεται». Είναι «ακολουθείται διαδικασία». Και η διαφορά ανάμεσα στις δύο φράσεις είναι πολιτικά τεράστια. Γιατί η πρώτη τελειώνει τη συζήτηση. Η δεύτερη την αρχίζει.
Κι εδώ βρίσκεται το ζουμί. Διότι ο ΕΦΚ δεν έπεσε από τον ουρανό. Είναι φορολογική επιλογή. Και κάθε επιλογή έχει κόστος. Αν μειωθεί, το κράτος εισπράττει λιγότερα. Αν δεν μειωθεί, ο πολίτης πληρώνει περισσότερα. Αυτό είναι το δίλημμα. Όχι ο ευρωπαϊκός δράκος. Όχι οι Βρυξέλλες με το σπαθί. Όχι ο φορολογικός Άγιος Πέτρος στην πόρτα του Μαξίμου.
Προτεραιότητα. Αυτή είναι η λέξη που περισσεύει από το κυβερνητικό λεξιλόγιο. Γιατί τα πλεονάσματα είναι αριθμοί. Αλλά ο πολίτης είναι άνθρωπος. Και ο άνθρωπος δεν τρώει πλεόνασμα. Δεν βάζει πλεόνασμα στο ρεζερβουάρ. Δεν πληρώνει το νοίκι με δημοσιονομική επίδοση. Πληρώνει ευρώ. Και μάλιστα όλο και περισσότερα.
Κι ενώ η αντλία ανεβαίνει, η πολιτική ρητορική κατεβαίνει: «θα δούμε», «θα εξετάσουμε», «θα συζητήσουμε με την Ευρώπη», «περιμένουμε τις εξελίξεις». Η κυβέρνηση μιλάει ως μέντιουμ με το μέλλον. Ο πολίτης πληρώνει στο παρόν. Κι αυτό είναι το αστείο. Μόνο που δεν γελάει κανείς.
Γιατί υπάρχει και το άλλο κεφάλαιο: οι εταιρείες ενέργειας, τα περιθώρια κέρδους, η λειτουργία της αγοράς, οι έλεγχοι, η εποπτεία. Εκεί η κουβέντα χρειάζεται στοιχεία. Και τα στοιχεία δεν κάνουν θαύματα επικοινωνίας. Δεν χορεύουν. Δεν χειροκροτούν. Δεν ψηφίζουν.
Οι αριθμοί απλώς κάθονται στο τραπέζι και κοιτάζουν. Και περιμένουν. Κι ύστερα έχουμε και τις δημοσκοπήσεις. Άλλο πανηγύρι και αυτό, άλλο Burlesque θέαμα. Ποσοστά ανεβαίνουν, ποσοστά κατεβαίνουν, γραμμές ανεβοκατεβαίνουν στα γραφήματα και η πολιτική αγορά φοράει τα καλά της και κάνει ότι όλα είναι υπό έλεγχο.
Μόνο που υπάρχει μια μικρή δυσκολία: Η πραγματικότητα δεν δημοσκοπείται στην αντλία. Εκεί δεν υπάρχει δείγμα. Υπάρχει λογαριασμός, και ο λογαριασμός έχει μνήμη. Θυμάται το σούπερ μάρκετ. Θυμάται το ρεύμα. Θυμάται το νοίκι. Θυμάται τη βενζίνη. Θυμάται και η μνήμη πληγώνει.
Κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα για κάθε εξουσία: ο πολίτης που αρχίζει να συγκρίνει τα λόγια με την απόδειξη, γιατί τότε ο ευρωπαϊκός μπαμπούλας μικραίνει. Οι δικαιολογίες κονταίνουν. Τα μεγάλα λόγια ξεφουσκώνουν σαν μπαλόνια
Και μένει ένα απλό ερώτημα: Αν υπάρχει περιθώριο να μειωθεί ο ΕΦΚ, αλλά και ποιος αποφασίζει ότι δεν πρέπει να μειωθεί και γιατί; Εκεί τελειώνει η παράσταση φάρσας. Εκεί όμως αρχίζει και η πολιτική. Και η αντλία, ο άτιμος αυτός δημοσιογράφος της καθημερινότητας, γράφει την είδηση χωρίς στυλό: 700. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, άλλη ανακοίνωση.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
