Την Κυριακή 25 Οκτωβρίου η Ελλάδα επανέρχεται στο χειμερινό ωράριο, καθώς τα ρολόγια θα γυρίσουν μία ώρα πίσω τα ξημερώματα, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ρύθμισης που εφαρμόζεται στα κράτη‑μέλη για λόγους ενεργειακής εξοικονόμησης και καλύτερης αξιοποίησης του φυσικού φωτός.
Η μετάβαση στη χειμερινή και τη θερινή ώρα αποτελεί πάγια διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θερινή ώρα ενεργοποιείται την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου, όταν τα ρολόγια μετακινούνται μία ώρα μπροστά, ενώ η επιστροφή στη χειμερινή ώρα γίνεται κάθε τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου. Παρά τις συζητήσεις του 2019 για πιθανή κατάργηση του μέτρου, η διαδικασία παραμένει σε ισχύ, καθώς η σχετική απόφαση αναβλήθηκε λόγω της πανδημίας.
Η πρακτική της αλλαγής ώρας έχει ιστορικές ρίζες και συνδέεται με την ανάγκη αξιοποίησης του φυσικού φωτός σε περιόδους κρίσης, ώστε να περιορίζεται η κατανάλωση ενέργειας. Παρότι η αποτελεσματικότητά της συζητείται, η ΕΕ εξακολουθεί να τη θεωρεί εργαλείο διαχείρισης πόρων.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εφαρμογή της θερινής ώρας είναι περιορισμένη. Έρευνα του Pew Research Center (2023) καταγράφει ότι μόλις το 22% των χωρών υιοθετεί αλλαγή ώρας, με την Ευρώπη να αποτελεί την περιοχή όπου η πρακτική παραμένει πιο διαδεδομένη.
Εκτός Ευρώπης, η θερινή ώρα εφαρμόζεται κυρίως στις ΗΠΑ, τον Καναδά, καθώς και σε ορισμένες περιοχές της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής. Αντίθετα, οι περισσότερες χώρες της Αφρικής και της Ασίας λειτουργούν με σταθερή ώρα όλο το έτος, τάση που ενισχύθηκε την τελευταία δεκαετία.
Η Ελλάδα συνεχίζει να ευθυγραμμίζεται με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, εφαρμόζοντας σταθερά τη διπλή ετήσια αλλαγή ώρας, σε μια περίοδο όπου η διεθνής χρήση του μέτρου μειώνεται αλλά η ευρωπαϊκή πρακτική παραμένει σταθερή.
