Μια παράσταση για τη φιλία, την ανάγκη για ελευθερία και τη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων γίνεται η αφορμή για μια ξεχωριστή συνάντηση. Η Πέγκυ Σταθακοπούλου και η Σίλια Γεωργέλου μιλούν στο «ENJOY» για τη συνεργασία τους στο «Κολυμπώντας στον αέρα» και για όσα κρατούν ζωντανή την πίστη τους στο θέατρο.
Δύο γυναίκες, ένα ψυχιατρικό ίδρυμα στην Αγγλία της δεκαετίας του 1920 και μια φιλία που γίνεται ανάσα ελευθερίας. Στο «Κολυμπώντας στον αέρα» της Σάρλοτ Τζόουνς, η Ντόρα και η Περσεφόνη βρίσκουν στον περιορισμένο χώρο τους έναν ολόκληρο κόσμο φαντασίας και αλληλεγγύης.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Η ιστορία ανεβαίνει πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Θέατρο 104, υπό τη σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, με τις Πέγκυ Σταθακοπούλου και Σίλια Γεωργέλου να συναντιούνται στη σκηνή ως συμπρωταγωνίστριες, μια συνάντηση που έχει και ιδιαίτερη συγκινητική διάσταση, καθώς η πρώτη ήταν δασκάλα της δεύτερης.
Πέγκυ Σταθακοπούλου – «Η υποκριτική δεν είμαι σίγουρη ότι διδάσκεται»
Με πολυετή πορεία στη σκηνή και την τηλεόραση, αλλά και με βαθιά σχέση με τη διδασκαλία της υποκριτικής, η Πέγκυ Σταθακοπούλου έχει μάθει να βλέπει το θέατρο όχι μόνο ως τέχνη αλλά και ως χώρο συνάντησης ανθρώπων. Στο «Κολυμπώντας στον αέρα» υποδύεται την Ντόρα, μια γυναίκα αντισυμβατική για την εποχή της, που ανακαλύπτει μέσα από μια απρόσμενη φιλία έναν τρόπο για να αντέξει. Η αγαπημένη πρωταγωνίστρια μιλά στο «ENJOY» για το έργο, που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, τη συνεργασία με μια πρώην μαθήτρια της και τη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων στη ζωή της.
Το έργο «Κολυμπώντας στον αέρα» φωτίζει ιστορίες γυναικών που εγκλείστηκαν σε ψυχιατρικά ιδρύματα πριν από περίπου 100 χρόνια επειδή δεν συμμορφώνονταν με τα κοινωνικά πρότυπα. Πόσο πιστεύετε ότι έχουν αλλάξει σήμερα οι συνθήκες σε τέτοιους χώρους;
Υποθέτω ότι υπάρχουν αρκετές χώρες και αρκετά συστήματα που το προσπαθούν πραγματικά. Θέλω να πιστεύω ότι και στη χώρα μας γίνονται προσπάθειες, αν και κρατώ κάποιες επιφυλάξεις. Εχοντας μιλήσει με ανθρώπους που έχουν νοσηλευτεί για μικρά χρονικά διαστήματα, κυρίως στον χώρο της δημόσιας υγείας, φαίνεται πως οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί. Υπάρχουν πλέον πιο σύγχρονοι χώροι. Ενας πρότυπος τέτοιος χώρος που
έχω επισκεφθεί προσωπικά είναι η ψυχιατρική κλινική της Τρίπολης. Εκεί, όπως είδα, υπάρχει καινούργιο κτίριο, καλή σίτιση και η δυνατότητα οι άνθρωποι να μην είναι μόνιμα έγκλειστοι, αλλά να βγαίνουν λίγο έξω, να έχουν ασχολίες. Δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό συμβαίνει σε όλα τα δημόσια ψυχιατρικά ιδρύματα της χώρας. Βεβαίως υπάρχουν και πολλές μορφές ψυχιατρικών νοσημάτων, οπότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί μία ενιαία μέθοδος αντιμετώπισης για όλα. Υπάρχουν περιστατικά άκρως επικίνδυνα, όπου η περιφρούρηση πρέπει να είναι αυστηρή, και άλλα που χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση. Σίγουρα στις μέρες μας δεν υπάρχουν πια λοβοτομές ούτε εικόνες απόλυτης απομόνωσης, όπως εκείνες που βλέπαμε παλιά στη Λέρο, όπου οι άνθρωποι ήταν δεμένοι με λουριά και σε άθλια κατάσταση. Εχουν γίνει, πιστεύω, σημαντικά βήματα.
Τι ήταν αυτό που σας συγκίνησε όταν διαβάσατε το κείμενο της Σάρλοτ Τζόουνς που μετέφρασε η πρώην μαθήτριά σας στη δραματική σχολή και νυν συμπρωταγωνίστριά σας;
Ηταν πολύ συγκινητικό από μόνο του το γεγονός ότι η πρόταση προήλθε από τη Σίλια, που ήταν μαθήτριά μου. Για εμένα ήταν πολύ τρυφερό να βρίσκομαι δίπλα της στην αρχή της καριέρας της και αυτό έπαιξε ρόλο στην απόφασή μου να συμμετάσχω στην παράσταση. Παράλληλα, η συνεργασία με τη σκηνοθέτρια Λίλλυ Μελεμέ ήταν ένα ζητούμενο χρόνων και για τις δυο μας, που τελικά πραγματοποιήθηκε σε αυτή τη δουλειά. Εκείνο που με συγκινεί ιδιαίτερα στο έργο είναι ότι, παρότι το θέμα του είναι σκληρό, δεν έχει βαθιά, αποπνικτικά σκοτάδια. Αντίθετα, έχει χιούμορ και ένα φως που αναδύεται μέσα από τη σχέση αυτών των δύο γυναικών. Αλλοτε συμμαχούν και στηρίζουν η μία την άλλη, άλλοτε διαφωνούν και συγκρούονται. Μέσα από όλα αυτά όμως υπάρχει κάτι φωτεινό: μια υπόγεια γραμμή που λέει ότι η ζωή νικάει, η αγάπη νικάει και η ανθρώπινη σχέση μπορεί να σου δώσει δύναμη να συνεχίσεις. Είναι αυτό που λέει κάποια στιγμή η ηρωίδα: «Μην κοιτάς μπροστά, μην κοιτάς πίσω. Μείνε στο κέντρο της στιγμής, στο εδώ και τώρα».

Πώς βιώσατε τη μετάβαση από τη σχέση δασκάλας – μαθήτριας στη σκηνική συνύπαρξη;
Από τη στιγμή που συμφωνήσαμε ότι θα δουλέψουμε μαζί, της ζήτησα να καταργηθούν οι πληθυντικοί και οποιαδήποτε σχέση δασκάλας – μαθήτριας υπήρχε μέχρι τότε. Ηθελα να είμαστε δύο συνάδελφοι που παλεύουμε για το ίδιο πράγμα. Και νομίζω ότι αυτό λειτούργησε πολύ θετικά. Είναι ένας πολύ ταλαντούχος άνθρωπος, που θέλει πραγματικά να κάνει το θέατρο των ονείρων της. Και αυτό για μένα είναι βαθιά θαρραλέο. Της το λέω συχνά: είναι πολύ γενναία στην προσπάθειά της να κάνει τόσα πράγματα μαζί – να είναι παραγωγός, μεταφράστρια, πρωταγωνίστρια του έργου. Το θαυμάζω αυτό στη Σίλια. Με ενδιαφέρει πολύ, όταν τελειώσει όλο αυτό, τι θα έχουμε να μοιραστούμε. Γιατί, όπως και στις προσωπικές σχέσεις -τις ερωτικές ή τις φιλικές-, έτσι και στις επαγγελματικές, η πραγματική τους αξία φαίνεται όταν κλείνει ο κύκλος τους. Τότε καταλαβαίνεις
την ποιότητα και το βάθος τους.
Οταν βλέπετε πρώην μαθητές σας να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στη σκηνή, νιώθετε περισσότερο περηφάνια ή αγωνία;
Νιώθω πολλή περηφάνια. Η αλήθεια είναι ότι είμαι πολύ κοντά στους μαθητές μου και εκείνοι κοντά σε μένα. Στη διάρκεια της συνεργασίας μας στη σχολή έχουμε κατακτήσει μια ζεστή και ανθρώπινη σχέση, που για μένα είναι και το πιο πολύτιμο. Πηγαίνω λοιπόν να τους δω στις δουλειές τους, μιλάμε μετά, βγαίνουμε και εκτός δουλειάς. Μπορεί να συναντηθούμε για ένα ποτήρι κρασί και να μιλήσουμε. Οταν είναι απογοητευμένοι ή φοβισμένοι, προσπαθώ πάντα να τους εμψυχώνω. Νομίζω πως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μου δίνει η διδασκαλία. Γιατί, κατά τ’ άλλα, δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ πραγματικά να «διδάξω». Ισως μπορώ να μεταφέρω κάποια εργαλεία ή τρόπους έκφρασης που έχω κατακτήσει μέσα στον χρόνο. Οπως λέω και στα παιδιά: Η υποκριτική δεν είμαι σίγουρη ότι διδάσκεται. Αυτό που μπορεί να μεταφερθεί είναι η εμπειρία, ώστε να βοηθήσεις έναν άνθρωπο να ξεκλειδώσει την ψυχή του και να βρει τη δική του μέθοδο.
Ποιο στοιχείο της ηρωίδας που υποδύεστε σας ιντρίγκαρε περισσότερο;
Είναι μια πολύ ιδιαίτερη γυναίκα η Ντόρα. Καταρχάς, δεν είναι παρανοϊκή, όπως δεν είναι ούτε η Περσεφόνη. Δεν πρόκειται για δύο «τρελές» γυναίκες, αλλά για δύο πολύ διαφορετικές προσωπικότητες, ειδικά για την εποχή τους. Η δική μου ηρωίδα είναι μια γυναίκα που, με έναν τρόπο, θα ήθελε να ήταν αγόρι, έχει μια ανδροπρέπεια. Τη γοητεύει οτιδήποτε αντρικό. Δεν είναι μια ομοφυλόφιλη γυναίκα, αλλά μια γυναίκα που αισθάνεται σαν αγόρι και θαυμάζει τις γυναίκες που έχουν κάνει ηρωικές πράξεις. Στη συμπεριφορά της υπάρχει μια σκληρότητα, ιδιαίτερα στην αρχή, όταν προσπαθεί να επιβληθεί στη νεαρή κοπέλα που μπαίνει στο ψυχιατρείο. Μάλιστα, δεν είναι ξεκάθαρο γιατί βρίσκεται εκείνη εκεί. Δεν ξέρουμε ποιος την έβαλε ούτε γιατί, και δεν φαίνεται να έχει κάποιο προφανές ψυχικό πρόβλημα. Εχει βέβαια τις ανισορροπίες και τις υπερβολές της, αλλά αυτό ακριβώς ήταν γοητευτικό για μένα. Είναι κάτι που δεν έχω ξανακάνει.
Στο έργο η φιλία της Ντόρας με την Περσεφόνη γίνεται το οξυγόνο τους. Στη ζωή σας πόσο καθοριστικές ήταν οι ανθρώπινες σχέσεις και οι φίλοι στο να αντέχετε και να συνεχίζετε να κυνηγάτε τα όνειρά σας;
Για πάρα πολλά χρόνια ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου. Οι σχέσεις μου ήταν πάνω από το θέατρο, την τέχνη μου, την καριέρα μου. Μερικές φορές και πάνω από τις αντοχές μου. Μεγαλώνοντας, βέβαια, προσπαθώ πια να φροντίζω και την Πέγκυ, να την προστατεύω λίγο περισσότερο. Ομως η αλήθεια είναι ότι οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν πάντα το παν για μένα. Ακούω συχνά συναδέλφους μου να λένε: «Το θέατρο είναι
ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου». Για μένα το θέατρο υπήρξε πολύτιμο και η πορεία μου πάρα πολύ σημαντική, με βοήθησε να γίνω ένας άλλος άνθρωπος, ελπίζω καλύτερος, αλλά δεν δίσταζα ποτέ να σταματώ όταν προτεραιότητα είχαν οι ανθρώπινες σχέσεις μου.
Πέρα από το θέατρο, έχετε μακρά πορεία και στην τηλεόραση. Για ποια σίριαλ σας μιλούν ακόμη στον δρόμο;
Σίγουρα για το «Ταύρος με Τοξότη» και το «Μια ζωή για την Ελσα». Για μένα όμως η «Εκτέλεση» και ο ρόλος της Πηνελόπης Δέλτα που υποδύθηκα, η «Αντίστροφη μέτρηση», η «Κάθοδος», το «Μινόρε» είναι δουλειές που η καθεμία ξεχωριστά είχε αξία και μου έμαθε πολλά πράγματα. Νομίζω πως η τηλεόραση μπορεί να διδάξει πολλά σε έναν ηθοποιό, ακριβώς επειδή οι ρυθμοί είναι πολύ γρήγοροι και απαιτητικοί. Αναγκάζεσαι να επιστρατεύσεις όλα τα εκφραστικά σου μέσα για να είσαι έτοιμος.
Στο «Μια ζωή για την Ελσα» υποδυθήκατε μια γυναίκα που έρχεται αντιμέτωπη με τον καρκίνο του μαστού. Νιώσατε τότε ότι η σειρά αυτή άνοιξε μια σημαντική κοινωνική συζήτηση;
Ναι, γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν σειρές που να αγγίζουν τέτοια θέματα. Η «Ελσα» άνοιξε πράγματι μια κοινωνική συζήτηση – και δεν είναι απλώς μια προσωπική μου αίσθηση. Αποδείχθηκε και στην πράξη, αφού τότε, το 1996, αυξήθηκε κατά 35% η πρόληψη μέσω μαστογραφίας. Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε και σήμερα σειρές με τέτοιου είδους κεντρικά θέματα. Σίγουρα θίγονται και τώρα κοινωνικά ζητήματα, αλλά συχνά αποτελούν απλώς μία από τις πολλές παράλληλες ιστορίες μιας σειράς. Δεν είναι ο βασικός της άξονας.
Οι ηθοποιοί έχουν ευθύνη να εκφράζονται δημόσια για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα ή πιστεύετε ότι η τέχνη τους πρέπει να μιλά κυρίως μέσα από τους ρόλους;
Πιστεύω ότι και τα δύο είναι χρήσιμα. Δεν θεωρώ ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να μιλά συνεχώς και για τα πάντα, αλλά πιστεύω ότι πρέπει να έχει άποψη για όσα συμβαίνουν γύρω του. Αλλοτε μπορεί να εκφράζει αυτή τη στάση μέσα από τις επιλογές του στη δουλειά, άλλοτε μέσα από μια σοβαρή συνέντευξη όπου μπορεί να διατυπώσει τη θέση του απέναντι σε ένα ζήτημα. Αυτό που δεν μου αρέσει είναι να μιλούν οι άνθρωποι χωρίς να είναι πραγματικά ενημερωμένοι. Προσπαθώ λοιπόν, όταν μιλώ για ένα θέμα, να το κατέχω. Σήμερα το τοπίο έχει γίνει αρκετά αποπνικτικό, κυρίως λόγω των social media. Συχνά μιλάμε για τα πάντα και χωρίς λόγο, πολλές φορές μιλάμε επιφανειακά, και, όταν κάποιος διαφωνεί με την ευρύτερη κοινή γνώμη, δέχεται επιθέσεις. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες, αλλά όλους τους ανθρώπους. Χρειάζεται λοιπόν μέτρο και προσοχή στο τι λες, πότε το λες, πώς το λες και πόσο σίγουρος είσαι γι’ αυτό που υποστηρίζεις.

Τηλεοπτικά νέα έχετε;
Τηλεοπτικά συμμετέχω στη νέα σειρά της ΕΡΤ «Από ήλιο σε ήλιο». Αποφάσισα να πάρω μέρος, παρότι πρόκειται για έναν μικρό ρόλο, γιατί αυτή η ηρωίδα με γοήτευσε. Δεν έχω παίξει κάτι αντίστοιχο. Το κριτήριό μου πια είναι αν μπορώ να κάνω όσο γίνεται πιο διαφορετικά πράγματα. Καθώς μεγαλώνεις -και το αποδέχεσαι- έχει σημασία να δοκιμάζεις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, διαφορετικές εποχές. Νομίζω ότι αυτό έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον: να μη χρειάζεται να επαναλαμβάνεις τον εαυτό σου. Ετσι είπα το «ναι» σε αυτή τη συμμετοχή. Και επίσης γιατί τη σειρά σκηνοθετεί ο Βασίλης Τσελεμέγκος, με τον οποίο έχω δουλέψει πολύ – και στο «Μια ζωή για την Ελσα» και στον «Ταύρο με Τοξότη». Τον αγαπώ πολύ και ήταν μια ιδιαίτερα ευτυχής συγκυρία που ξανασυναντηθήκαμε. Ενιωσα σαν να ήμουν στο σπίτι μου.
Σίλια Γεωργέλου – «Από μικρή με γοήτευε η ιδέα της μεταμόρφωσης»
Για τη Σίλια Γεωργέλου το «Κολυμπώντας στον αέρα» είναι κάτι περισσότερο από μια θεατρική δουλειά. Είναι το έργο που την οδήγησε να μεταφράσει ένα κείμενο που τη συγκίνησε και να το φέρει πρώτη φορά στη σκηνή της Ελλάδας. Στην παράσταση υποδύεται την Περσεφόνη, μια νεαρή γυναίκα που εγκλείεται άδικα σε ψυχιατρικό ίδρυμα και βρίσκει μέσα από μια φιλία δύναμη και ελευθερία. Η ανερχόμενη ηθοποιός μιλά στο «ENJOY» για την υποκριτική, τις προκλήσεις των νέων καλλιτεχνών στην εποχή μας και τη συγκίνηση να βρίσκεται στη σκηνή δίπλα σε δασκάλες της.
Ποια ήταν η στιγμή που καταλάβατε ότι θέλετε να ακολουθήσετε τον δρόμο της υποκριτικής; Υπήρξε κάποιο καθοριστικό ερέθισμα;
Δεν θυμάμαι μια συγκεκριμένη στιγμή, σαν μια απόφαση που παίρνεις ξαφνικά. Περισσότερο το θυμάμαι σαν μια αίσθηση που μεγάλωνε μέσα μου με τα χρόνια. Από μικρή με γοήτευε η ιδέα της μεταμόρφωσης, το ότι μέσα από ένα σώμα και μια φωνή μπορούν να υπάρξουν τόσες διαφορετικές ζωές. Οτι μπορείς να μπεις για λίγο στη ζωή κάποιου άλλου, να δεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια του. Με ενδιέφερε πάντα να καταλάβω τι συμβαίνει μέσα στους άλλους – τι φοβούνται, τι κρύβουν, τι ονειρεύονται. Οταν βρέθηκα πρώτη φορά στη σκηνή, ένιωσα κάτι πολύ ιδιαίτερο: μια σιωπή που δεν είναι κενή, αλλά γεμάτη παρουσία. Σαν να συναντιούνται για λίγο οι ζωές πολλών ανθρώπων στο ίδιο σημείο. Νομίζω ότι από τότε προσπαθώ να επιστρέφω σε αυτή τη στιγμή. Σε εκείνο το παράξενο και όμορφο σημείο όπου οι ιστορίες μάς επιτρέπουν να καταλάβουμε λίγο καλύτερα ο ένας τον άλλον.
Βγαίνοντας από τη σχολή, ποια πραγματικότητα καλείται να αντιμετωπίσει ένας νέος ηθοποιός στην Ελλάδα; Σας αιφνιδίασε κάτι;
Η πραγματικότητα είναι σίγουρα απαιτητική. Υπάρχει πολύ ταλέντο και μεγάλη ανάγκη για έκφραση, αλλά ταυτόχρονα οι ευκαιρίες δεν είναι πάντα πολλές. Οι ακροάσεις πολλές φορές είναι κλειστές και η οικονομική αβεβαιότητα μεγάλη, ειδικά για τους νέους καλλιτέχνες που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Η επισφάλεια είναι μέρος της καθημερινότητας. Νομίζω ότι αυτό που σε εκπαιδεύει πραγματικά είναι η αντοχή, να συνεχίζεις να δουλεύεις, να ψάχνεις, να φαντάζεσαι, ακόμα και όταν τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα. Με έναν τρόπο, η αβεβαιότητα γίνεται και κομμάτι της καλλιτεχνικής σου ταυτότητας. Αυτό που με αιφνιδίασε περισσότερο δεν ήταν οι δυσκολίες καθαυτές, αλλά η αίσθηση ότι, ακόμα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν άνθρωποι και σχέσεις που μπορούν να σε στηρίξουν, να σου δείξουν δρόμους, να σε κάνουν να συνεχίσεις. Και εκεί καταλαβαίνεις ότι η υποκριτική δεν είναι μόνο δουλειά. Είναι τρόπος ζωής, τρόπος να αντιστέκεσαι στις αδικίες και να βρίσκεις χώρο για δημιουργία, παρά τις συνθήκες.
Πόσο σημαντική είναι για εσάς η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη μεταξύ νέων καλλιτεχνών;
Είναι καθοριστική. Το θέατρο είναι από τη φύση του συλλογική τέχνη, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το «μαζί». Νομίζω ότι ειδικά οι νέοι καλλιτέχνες χρειάζεται να δημιουργούμε κοινότητες, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και να μοιραζόμαστε ιδέες, αγωνίες και όνειρα.
Το «Κολυμπώντας στον αέρα» τι σημαίνει για εσάς; Πότε γνωρίσατε το έργο; Γιατί το αγαπήσατε; Τι σας έκανε να το μεταφράσετε και να το παρουσιάσετε για πρώτη φορά στην Ελλάδα;
Για μένα είναι πάνω απ’ όλα μια ιστορία για την ανθρώπινη ανάγκη της ελευθερίας. Οταν διάβασα πρώτη φορά το έργο, με συγκίνησε βαθιά η τρυφερότητα με την οποία μιλά για δύο γυναίκες που βρίσκονται σε έναν χώρο περιορισμένο, κι όμως μέσα από τη φιλία και τη φαντασία τους καταφέρνουν να ανοίξουν έναν ολόκληρο κόσμο. Αυτό που με άγγιξε περισσότερο είναι ότι το έργο δεν μιλά μόνο για την καταπίεση μιας άλλης εποχής, αλλά και για κάτι πολύ διαχρονικό: για το πόσο ανάγκη έχουμε οι άνθρωποι ο ένας τον άλλον για να αντέξουμε την πραγματικότητα. Ισως γι’ αυτό ένιωσα την επιθυμία να το μεταφράσω και να το μοιραστώ. Γιατί μέσα σε αυτή την ιστορία υπάρχει κάτι πολύ απλό αλλά και πολύ βαθύ: η ιδέα ότι ακόμα και όταν όλα γύρω μοιάζουν κλειστά, η φαντασία και η ανθρώπινη σχέση μπορούν να δημιουργήσουν μια μορφή ελευθερίας.
Στη σκηνή συναντάτε μια ηθοποιό που ήταν και δασκάλα σας, την Πέγκυ Σταθακοπούλου. Πώς μετασχηματίζεται μια σχέση δασκάλας – μαθήτριας όταν γίνεται συνεργασία επί σκηνής;
Είναι μια πολύ συγκινητική εμπειρία. Η σχέση δασκάλας – μαθήτριας έχει πάντα μέσα της μια αίσθηση καθοδήγησης, ενώ στη σκηνή γίνεται μια σχέση ισότιμης συνύπαρξης και δημιουργίας. Αυτό έχει μια πολύ όμορφη αίσθηση εμπιστοσύνης. Για μένα ήταν μεγάλη χαρά και τιμή να βρεθώ δίπλα της ως συνεργάτιδα.
Τι έχετε κρατήσει ως πιο πολύτιμο από τη διδασκαλία της και από τη συνεργασία σας μαζί της;
Την αφοσίωση στη λεπτομέρεια και την ειλικρίνεια απέναντι στον ρόλο. Το ότι κάθε στιγμή στη σκηνή, όσο μικρή κι αν είναι, πρέπει να έχει μέσα της ζωή. Από την Πέγκυ έμαθα πόσο σημαντικό είναι να αντιμετωπίζεις κάθε στιγμή στη σκηνή με αλήθεια και σεβασμό.

Το γεγονός ότι τόσο η σκηνοθέτρια Λίλλυ Μελεμέ όσο και η Κική Μπάκα που υπογράφει την κινησιολογία της παράστασης ήταν επίσης δασκάλες σας σάς έδωσε μεγαλύτερη ασφάλεια ή περισσότερη ευθύνη;
Και τα δύο. Από τη μία υπάρχει μια βαθιά εμπιστοσύνη που έχει ήδη χτιστεί μέσα στα χρόνια. Από την άλλη όμως αισθάνεσαι και μια ευθύνη να σταθείς αντάξιος αυτής της εμπιστοσύνης.
Τι σας συγκινεί περισσότερο στη σχέση της Περσεφόνης με την Ντόρα;
Με συγκινεί ότι αυτές οι δύο γυναίκες δημιουργούν έναν δικό τους κόσμο μέσα σε έναν χώρο όπου όλα φαίνονται χαμένα. Η φιλία τους γίνεται ένας τόπος ελευθερίας, μια μορφή αντίστασης.
Πιστεύετε ότι η φιλία μπορεί να γίνει γενικότερα ένας τρόπος επιβίωσης σε δύσκολες συνθήκες;
Ναι, απόλυτα. Στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, όταν έχασα τον πατέρα μου, κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικά η φιλία. Οι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα μου, που δεν μίλησαν μόνο με λόγια αλλά με παρουσία, με αγκαλιά και αλήθεια, με βοήθησαν να ανασάνω, να συνεχίσω, να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Αντιλαμβάνομαι τώρα ότι η φιλία δεν είναι μόνο συντροφιά στις χαρές, αλλά πραγματικός τρόπος επιβίωσης όταν όλα γύρω μοιάζουν να καταρρέουν. Και νομίζω ότι αυτό ισχύει για όλους μας: η ζωή μπορεί να είναι σκληρή, αλλά η αλληλεγγύη και η συνύπαρξη δίνουν νόημα και δύναμη.
Η ιστορία ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ. Πώς βιώσατε αυτή τη λεπτή ισορροπία ως ηθοποιός;
Σαν κάτι πολύ αληθινό. Στη ζωή συχνά γελάμε μέσα στις πιο δύσκολες στιγμές. Το χιούμορ στο έργο λειτουργεί σχεδόν σαν μια ανάσα.
Το έργο μιλά για γυναίκες που τιμωρήθηκαν επειδή δεν ταίριαζαν στο «καλούπι» της εποχής τους. Πιστεύετε ότι η κοινωνία σήμερα εξακολουθεί να επιβάλλει παρόμοια καλούπια;
Δυστυχώς, ναι. Το έργο μάς θυμίζει ότι οι γυναίκες πάντα είχαν έναν διπλό ρόλο: να προσπαθούν να ζήσουν όπως θέλουν και ταυτόχρονα να χωρούν σε όσα η κοινωνία θεωρεί «σωστά». Σήμερα τα καλούπια δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όσο παλιά, είναι πιο λεπτά, πιο αόρατα, και εμφανίζονται μέσα στις προσδοκίες, στις κριτικές, στα «πρέπει» που μας περιβάλλουν. Αυτό που με συγκινεί βαθιά στο «Κολυμπώντας στον αέρα» είναι ότι δείχνει πως οι γυναίκες, ακόμα και όταν περιορίζονται από ένα σύστημα που δεν τις καταλαβαίνει, μπορούν να δημιουργήσουν χώρο για την ελευθερία τους – μέσα από τη φιλία, τη φαντασία και την αλληλεγγύη. Είναι μια υπενθύμιση ότι η μάχη για να υπάρξει κάθε γυναίκα όπως θέλει δεν έχει τελειώσει. Και ότι αυτή η ανάγκη για ελευθερία είναι πάντα επίκαιρη. Οταν σκέφτομαι τι συμβαίνει γύρω μας, πόλεμοι, βία, άνθρωποι που αναγκάζονται να αφήσουν τα σπίτια τους, παιδιά που μεγαλώνουν σε φόβο, καταλαβαίνω ότι η ελευθερία, η δυνατότητα να ζήσει κανείς όπως θέλει, δεν είναι ποτέ δεδομένη.
Σας φοβίζει καθόλου το ενδεχόμενο της «ετικέτας» έπειτα από έναν δυνατό ρόλο στην αρχή της πορείας σας;
Προσπαθώ να σκέφτομαι τη διαδρομή πιο ανοιχτά. Κάθε ρόλος είναι μια στάση, όχι ένας ορισμός. Κάθε ρόλος είναι μια μικρή ζωή που σου εμπιστεύονται για λίγο.
Στην εποχή των social media πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να προστατεύσει τον προσωπικό του χώρο;
Χρειάζεται ισορροπία. Τα social media μπορούν να είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας. Πρέπει να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι η ζωή δεν χρειάζεται πάντα να καταγράφεται για να υπάρχει.
Αν το θέατρο είναι ένας τρόπος να συνομιλεί κανείς με την εποχή του, ποια θέματα ή ιστορίες θα θέλατε να αφηγηθείτε στη σκηνή τα επόμενα χρόνια;
Με ενδιαφέρουν ιστορίες που ξυπνούν κάτι μέσα μας, από μια απλή περιέργεια, μέχρι την κατανόηση και ίσως ακόμα και μια μικρή επανάσταση μέσα στην ψυχή μας. Ιστορίες που μας κάνουν να σκεφτούμε πώς ζούμε, ποιοι περιορισμοί και ποιες αδικίες μας περιβάλλουν, και πώς μπορούμε να κοιτάξουμε τον κόσμο αλλιώς. Το θέατρο, για μένα, είναι τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο με ειλικρίνεια, να κατανοούμε ο ένας τον άλλο, να αμφισβητούμε, να συγκινούμαστε και ίσως να ξυπνάμε μέσα μας την επιθυμία να αλλάξει κάτι.
Αν μπορούσατε να κρατήσετε μία φράση ή μία ιδέα από το έργο «Κολυμπώντας στον αέρα» για την προσωπική σας ζωή, ποια θα ήταν;
Ισως αυτή: «Ακόμα και στον πιο κλειστό χώρο, οι άνθρωποι μπορούν να ανοίξουν έναν ουρανό για να αναπνεύσουν».
Info: «Κολυμπώντας στον αέρα» της Σάρλοτ Τζόουνς, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21.00 στο Θέατρο 104.
Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ.
Παίζουν: Πέγκυ Σταθακοπούλου, Σίλια Γεωργέλου.


