Η κυβέρνηση με φόντο τις εκλογές σχεδιάζει νέο «ψαλίδι» στη φορολογία τους. Περίπου 800.000 διαμερίσματα παραμένουν κενά
Σε εφιάλτη έχει μετατραπεί η καταβολή των ενοικίων για εκατομμύρια νοικοκυριά, με τις τιμές να είναι εξωπραγματικές και να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος. Την ίδια ώρα, όλα τα κυβερνητικά μέτρα που έχουν εφαρμοστεί για να δοθεί ανάσα στη στεγαστική αγορά έχουν αποτύχει και παρά τις όποιες παρεμβάσεις, στη χώρα μας παραμένουν περίπου 800.000 κενά ακίνητα και την ίδια στιγμή υπολογίζεται ότι στην κτηματαγορά υπάρχει έλλειμμα 180.000 ακινήτων.
Λόγω της έλλειψης διαθέσιμων ακινήτων, οι τιμές έχουν εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα επίπεδα, με αποτέλεσμα στις αστικές περιοχές όπου έχει συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να ζητούνται ενοίκια που πλησιάζουν έναν βασικό μισθό μόνο για λίγα τετραγωνικά και μάλιστα σε παμπάλαια ακίνητα. Πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat) έδειξαν πως 1 στους 3 ενοικιαστές της Ελλάδας ξοδεύει πάνω από το 40% του μηνιαίου εισοδήματός του μόνο για το ενοίκιο.
Με τα υφιστάμενα μέτρα να μην έχουν φέρει απτά αποτελέσματα, η κυβέρνηση σχεδιάζει νέες φορο-μειώσεις στα εισοδήματα από ενοίκια, που θα τεθούν σε εφαρμογή το 2027, καθώς έχει γίνει αντιληπτό πως δεν μπορεί να πάει σε εκλογές με ανοιχτό το ζήτημα των υψηλών ενοικίων, όταν το στεγαστικό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των πολιτών, όπως αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις.
Το μέσο δηλωθέν ενοίκιο στην Εφορία, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), το 2024 δεν ξεπερνούσε τα 255 ευρώ, κάτι που υποκρύπτει πως στην αγορά κυριαρχούν τα «μαύρα» ενοίκια. Αυτό ακριβώς το «απόστημα» προσπαθεί να σπάσει το οικονομικό επιτελείο, φέρνοντας το μέτρο της επιστροφής ενός ενοικίου τον χρόνο κάθε Νοέμβριο.
Το εν λόγω μέτρο απευθύνεται μόνο στους ενοικιαστές που καταβάλλουν ηλεκτρονικά το συμφωνημένο μίσθωμα στους ιδιοκτήτες τους. Η κυβέρνηση έχει δώσει παράταση λίγων μηνών και συγκεκριμένα έως τον Απρίλιο του 2026 στην υποχρεωτική καταβολή των ενοικίων μέσω του τραπεζικού συστήματος. Σε διαφορετική περίπτωση, ακόμη και αν ο ιδιοκτήτης εισπράξει κανονικά το μίσθωμα, θα χάνει την έκπτωση φόρου 5% που προβλέπεται σήμερα για λόγους απόσβεσης του ακινήτου.
Πέραν από τα πολλά λάθη που παρατηρήθηκαν κατά την πρώτη εφαρμογή του μέτρου, αφού πολίτες δήλωσαν το μηνιαίο και όχι το ετήσιο μίσθωμα, φαίνεται πως η κατάσταση δεν έχει αλλάξει σημαντικά. Οσο και αν οι ενοικιαστές ασκούν πιέσεις στους ιδιοκτήτες να παρουσιάσουν ολόκληρο το μίσθωμα, η έλλειψη ακινήτων σε περίπτωση διαφωνίας, περιορίζει σημαντικά τις αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, αν ένας ιδιοκτήτης διαμηνύσει πως λειτουργεί με αυτό τον τρόπο και δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική, ο ενοικιαστής μπορεί να βρεθεί άμεσα εκτός σπιτιού, με την ανεύρεση νέας κατοικίας όχι μόνο να είναι χρονοβόρα, αλλά και με εξωφρενικό υψηλό κόστος, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις το «μοίρασμα» του ενοικίου σε «φανερά» και «κρυφά» οδηγεί σε ελάχιστα χαμηλότερα μισθώματα.
«Ακτινογραφία»
Το οικονομικό επιτελείο εκτιμά πως η επιστροφή του ενός ενοικίου κάθε Νοέμβριο, σε συνδυασμό με τη μείωση της φορολογίας στα ενοίκια που ανακοινώθηκε στην περασμένη ΔΕΘ και εφαρμόστηκε από την Πρωτοχρονιά, θα ενθαρρύνει την αποκάλυψη των κρυφών μισθωμάτων. Ωστόσο, η κυβερνητική παρέμβαση δεν αφορά τους μικροϊδιοκτήτες, δηλαδή εκείνους που εισπράττουν ενοίκια από 1 με 2 δυο ακίνητα. Η φορολογία δεν έχει αλλάξει για εισοδήματα από μισθώματα έως 12.000 ευρώ τον χρόνο. Συγκεκριμένα, για εισοδήματα:
– έως 12.000 ευρώ ο συντελεστής παραμένει στο 15%,
– από 12.001 ευρώ έως 24.000 ευρώ διαμορφώνεται στο 25%,
– για ποσά από 24.001 ευρώ έως 35.000 ευρώ ανέρχεται σε 35% και
– για πάνω από 35.001 ευρώ σε 45%.
Από την επεξεργασία των περσινών φορολογικών δηλώσεων προκύπτει ότι περίπου 1,8 εκατ. φορολογούμενοι εμφανίζουν εισοδήματα από ενοίκια που ξεπερνούν τα 8,5 δισ. ευρώ ετησίως. Οσον αφορά την κατανομή, το 71% των φορολογουμένων δηλώνει έως 5.000 ευρώ και ένα 16% δηλώνει από 5.001 έως 10.000 ευρώ, δηλαδή το 87% των ιδιοκτητών δηλώνει κάτω από 10.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα από ακίνητα. Ενοίκια πάνω από 10.000 ευρώ και έως 20.000 ευρώ τον χρόνο δηλώνουν περίπου 160.000 φορολογούμενοι (λιγότεροι από 1 στους 10).
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν πως η πρόσφατη κυβερνητική παρέμβαση έχει «κενά» και δεν βοηθά τη μεσαία τάξη και τους μικροϊδιοκτήτες, αλλά όσους έχουν πολλά ακίνητα και σημαντικά εισοδήματα από ενοίκια.
Σημείο «κλειδί» για τις αποφάσεις του οικονομικού επιτελείου είναι τα νέα στοιχεία που θα δηλώσουν στην Εφορία ιδιοκτήτες και ενοικιαστές. Σε περίπτωση που αυξηθούν τα δηλωμένα μισθώματα, άρα και τα έσοδα από ενοίκια, τότε η κυβέρνηση θα θέσει σε εφαρμογή τον νέο σχεδιασμό για περαιτέρω μείωση των φόρων.
Στη «δαγκάνα» του Μητρώου Ακινήτων κρυφά μισθώματα και φοροδιαφυγή
Κεντρικό ρόλο στο εγχείρημα θα παίξει το νέο Μητρώο Ακινήτων, καθώς θα αποκαλύψει κρυφά ενοίκια και αδρανή ακίνητα. Για πρώτη φορά όλα τα ακίνητα θα καταγράφονται σε ένα ενιαίο σύστημα. Το νέο μητρώο θα περιλαμβάνει το σύνολο των πληροφοριών και δεδομένων για την ιδιοκτησία και τη διαχείριση των ακινήτων, καθώς εκεί θα δηλώνονται ακόμα τα στοιχεία των ενοικιαστών (κατοικιών και επαγγελματικών χώρων), ώστε ο φοροελεγκτικός μηχανισμός να έχει πλήρη γνώση των μισθωμάτων που καταβάλλονται και να εντοπίζει αυτόματα περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Μέσω του νέου αυτού εργαλείου, οι έλεγχοι και οι διασταυρώσεις θα γίνονται άμεσα, επιτρέποντας στην ΑΑΔΕ να έχει ακριβή στοιχεία για την ακίνητη περιουσία πάνω από 7 εκατομμυρίων φορολογουμένων.
Στόχος είναι σε πρώτη φάση να γίνει πλήρης διασταύρωση των στοιχείων ανά ακίνητο, για να εξαλειφθούν ασυμφωνίες που καταγράφονται σε πλείστες περιπτώσεις, όπως τα διαφορετικά τετραγωνικά για το ίδιο ακίνητο σε Κτηματολόγιο, Ε9 ή λογαριασμούς ΔΕΚΟ. Στην πράξη, θα διασυνδέονται δηλώσεις Ε9, στοιχεία από το Κτηματολόγιο, ενεργά μισθωτήρια, παροχές ρεύματος και ύδρευσης, πολεοδομικά σχέδιο, ακόμη και δικαστικές εκκρεμότητες.


