Νέα νομοθετική παρέμβαση για την απονομή επικουρικών συντάξεων σε περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης προωθεί η κυβέρνηση, επιχειρώντας να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που η ίδια η λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος έχει αφήσει να διογκωθεί. Η ρύθμιση προβλέπει ότι η επικουρική σύνταξη θα απονέμεται πλέον από το τελευταίο επικουρικό ταμείο του ασφαλισμένου, ανεξάρτητα από το πού έχει συγκεντρωθεί ο μεγαλύτερος χρόνος ασφάλισης.
Η αλλαγή παρουσιάζεται ως μέτρο επιτάχυνσης, ωστόσο έρχεται μετά από χρόνια καθυστερήσεων που έχουν αφήσει δεκάδες χιλιάδες συνταξιούχους χωρίς επικουρική για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Καθυστερήσεις έως και τέσσερα χρόνια με ευθύνη του συστήματος
Το προηγούμενο καθεστώς απαιτούσε να εντοπιστεί ποιο ταμείο είχε τον μεγαλύτερο χρόνο ασφάλισης, διαδικασία που συνεπαγόταν αλληλογραφία μεταξύ υπηρεσιών, διασταυρώσεις στοιχείων και πολύμηνη γραφειοκρατία.
Το αποτέλεσμα ήταν σοβαρές καθυστερήσεις:
- έως και 4 χρόνια αναμονής σε ορισμένες περιπτώσεις
- περίπου 2 χρόνια μέσος χρόνος για περιπτώσεις με δύο ταμεία
- 43.000 αιτήσεις επικουρικής σύνταξης σε εκκρεμότητα
- 33.000 από αυτές «κολλημένες» για μήνες ή και χρόνια
Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να ανταποκριθεί έγκαιρα στις υποχρεώσεις του, αφήνοντας συνταξιούχους χωρίς κρίσιμο μέρος του εισοδήματός τους.
Η νέα ρύθμιση μεταφέρει την ευθύνη, δεν λύνει το πρόβλημα των καθυστερήσεων
Με τη νέα διάταξη, η απονομή θα γίνεται από το τελευταίο ταμείο, με τον χρόνο ασφάλισης να αντιμετωπίζεται ενιαία μέσω του e-ΕΦΚΑ. Στόχος είναι να περιοριστεί η γραφειοκρατία και να μην απαιτείται πλέον αναζήτηση του «αρμόδιου» ταμείου.
Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα της υποστελέχωσης και της αργής επεξεργασίας δεν αντιμετωπίζεται ουσιαστικά. Η αλλαγή αφορά κυρίως τη διαχείριση των φακέλων και όχι την ενίσχυση των υπηρεσιών που καλούνται να ολοκληρώσουν τις απονομές.
Καμία αύξηση για 1,3 εκατομμύρια συνταξιούχους
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση διατηρεί «παγωμένες» τις επικουρικές συντάξεις για περίπου 1,3 εκατομμύρια συνταξιούχους. Η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος, που εφαρμόζεται από το 2016, δεν επιτρέπει αυξήσεις, ακόμη και σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής έχει αυξηθεί σημαντικά.
Έτσι, οι συνταξιούχοι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν:
- μειωμένες επικουρικές
- πολυετείς καθυστερήσεις
- απουσία αυξήσεων για περισσότερο από μία δεκαετία


