Ενα ακόμα φιλόδοξο σχέδιο για την πάταξη του «μαύρου» χρήματος εξήγγειλε η κυβέρνηση. «Σαφάρι» έλεγχων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, εικονικά τιμολόγια, ψηφιακά αρχεία
Η κυβέρνηση επαναφέρει για ακόμα μία φορά στο προσκήνιο το αφήγημα της μάχης κατά της φοροδιαφυγής, υποσχόμενη ελέγχους σε offshore εταιρίες, τραπεζικούς λογαριασμούς, κυκλώματα απάτης ΦΠΑ και υποθέσεις ξεπλύματος χρήματος. Ωστόσο, παρά τις διαδοχικές εξαγγελίες των τελευταίων ετών για χτύπημα στα «μεγάλα ψάρια» της φοροδιαφυγής, οι πολίτες εξακολουθούν να ακούν κυρίως ανακοινώσεις, επιχειρησιακά σχέδια και προειδοποιήσεις.
Κάθε χρόνο η φορολογική διοίκηση παρουσιάζει νέες λίστες ελέγχων, νέα ψηφιακά εργαλεία και νέους στόχους για τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων και κρυμμένων περιουσιών, ενώ η κυβέρνηση διαφημίζει την αποφασιστικότητά της να συγκρουστεί με οργανωμένα κυκλώματα φοροδιαφυγής, λαθρεμπορίου και ξεπλύματος χρήματος. Ωστόσο, η επανάληψη των ίδιων εξαγγελιών δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο η στρατηγική αυτή αποδίδει ουσιαστικά αποτελέσματα ή εξυπηρετεί κυρίως επικοινωνιακούς σκοπούς.
Ο νέος σχεδιασμός
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ΑΑΔΕ παρουσιάζει ένα ακόμα φιλόδοξο σχέδιο ελέγχων για το 2026, στρέφοντας το ενδιαφέρον της σε τραπεζικούς λογαριασμούς, offshore εταιρίες, εικονικά τιμολόγια και σύνθετες υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος.
Πιο συγκεκριμένα, το 2026 προγραμματίζεται η διενέργεια περισσότερων από 2.000 εξειδικευμένων ελέγχων και ερευνών, εκ των οποίων οι 1.500 θα εστιάζουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς, offshore εταιρίες, εικονικά τιμολόγια, ψηφιακά αρχεία και υποθέσεις ξεπλύματος χρήματος.
Το μεγαλύτερο βάρος του σχεδιασμού πέφτει στις έρευνες για το ξέπλυμα χρήματος. Συνολικά προβλέπονται 800 έλεγχοι που αφορούν υποθέσεις πλαστογραφίας, εκβιασμών, απάτης, τοκογλυφίας, αλλά και χρήσης offshore εταιριών για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων.
Στόχος δεν είναι μόνο η βεβαίωση φόρων και προστίμων, αλλά και ο εντοπισμός και η ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων που θεωρείται ότι προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες. Πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο οι ελληνικές Αρχές επιχειρούν τα τελευταία χρόνια να ενισχύσουν σημαντικά τις δυνατότητές τους, καθώς οι πολύπλοκες εταιρικές δομές και οι διεθνείς διασυνδέσεις καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολο τον εντοπισμό του πραγματικού δικαιούχου των περιουσιακών στοιχείων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις έρευνες φοροδιαφυγής που βασίζονται στην ανάλυση τραπεζικών δεδομένων και ψηφιακών αρχείων. Η ΑΑΔΕ σχεδιάζει τη διενέργεια τουλάχιστον 350 ερευνών που αφορούν ανοίγματα τραπεζικών λογαριασμών, επεξεργασία κατασχεμένων στοιχείων και αξιοποίηση ηλεκτρονικών αρχείων.
Παράλληλα, προβλέπεται η διενέργεια τουλάχιστον 260 ερευνών αξιοποίησης νέων πληροφοριών και δεδομένων που φτάνουν στη φορολογική διοίκηση από εγχώριες και διεθνείς πηγές. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς, ακίνητα, επενδύσεις ή άλλες οικονομικές δραστηριότητες που δεν είχαν προηγουμένως εντοπιστεί από τις Αρχές.
Επιπλέον, προγραμματίζονται 30 εξειδικευμένες έρευνες σε κυκλώματα οικονομικών συναλλαγών που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο ποινικών δικογραφιών της ΜΕΟΕΛ. Πρόκειται για υποθέσεις όπου η φοροδιαφυγή συνδέεται συχνά με ευρύτερες μορφές οικονομικού εγκλήματος και οργανωμένης παραβατικότητας.
Απάτες «καρουζέλ»
Ξεχωριστή θέση στο επιχειρησιακό σχέδιο κατέχουν οι απάτες ΦΠΑ στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Η ΑΑΔΕ έχει θέσει στόχο τη διερεύνηση τουλάχιστον 100 τέτοιων υποθέσεων, οι οποίες θεωρούνται από τις πλέον σύνθετες και ζημιογόνες για τα δημόσια έσοδα.
Πρόκειται για κυκλώματα που εκμεταλλεύονται το καθεστώς απαλλαγής ΦΠΑ στις διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Συνήθως δημιουργείται ένα δίκτυο εταιριών σε διαφορετικές χώρες, οι οποίες πραγματοποιούν διαδοχικές αγοραπωλησίες αγαθών ή υπηρεσιών, συχνά μόνο στα χαρτιά, με στόχο την παράνομη επιστροφή ΦΠΑ ή την αποφυγή καταβολής του.
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκονται οι λεγόμενες απάτες τύπου «carousel» (καρουζέλ). Στα συγκεκριμένα σχήματα μια εταιρία αγοράζει προϊόντα από άλλη χώρα της Ε.Ε. χωρίς ΦΠΑ και στη συνέχεια τα μεταπωλεί στην εγχώρια αγορά εισπράττοντας ΦΠΑ από τον αγοραστή. Αντί όμως να αποδώσει τον φόρο στο Δημόσιο, εξαφανίζεται, αφήνοντας πίσω της χρέη. Τα ίδια προϊόντα μπορεί να επανεξάγονται και να επανέρχονται στο κύκλωμα μέσω άλλων εταιριών, δημιουργώντας έναν «κύκλο» συναλλαγών από τον οποίο προκύπτουν παράνομες επιστροφές φόρου.
