Πώς Μαξίμου, πρόεδρος της Βουλής και κόμματα, σε μια σιωπηρή σύμπραξη, απαξίωσαν τη λαϊκή βούληση και συμπράττουν στη συγκάλυψη της πολιτικής ευθύνης
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Προφάσεις εν αμαρτίαις προβάλλονται (και) από τη Βουλή, προκειμένου να «ξεπλυθεί» η κυβέρνηση και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα, για το θάψιμο των 1.373.547 υπογραφών που έχουν συγκεντρωθεί από την άνοιξη του 2024 για το έγκλημα των Τεμπών και τη συγκάλυψή του.
Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι ότι σε αγαστή «συνεργασία» η κυβέρνηση, το προεδρείο της Βουλής αλλά και τα κόμματα της σημερινής αντιπολίτευσης σκοπίμως δεν έχουν εκκινήσει τις διαδικασίες -ούτε καν το έχουν ζητήσει- να εφαρμοστεί η σχετική συνταγματική διάταξη η οποία θα έδινε σάρκα και οστά στο αίτημα των 1.373.547 Ελλήνων πολιτών, αποκαλύπτοντας στην πράξη ότι, παρά τα βαρύγδουπα λόγια, περιφρονούν τη λαϊκή βούληση.
Η πρωτοβουλία ξεκίνησε με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από τη σιδηροδρομική τραγωδία και αφορούσε τη συγκέντρωση ηλεκτρονικών υπογραφών στο ψήφισμα με το οποίο ζητείται να αναληφθούν όλες οι αναγκαίες πρωτοβουλίες ώστε να μπει τέλος στην ατιμωρησία πολιτικών προσώπων, να ενεργοποιηθεί ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και να καταργηθεί η βουλευτική ασυλία όταν προκύπτει ποινική ευθύνη.

Οι υπογραφές έχουν στηριχτεί στο άρθρο 73 παράγραφος 6 του Συντάγματος που ύστερα από την τελευταία αναθεώρηση προβλέπει:
«Με υπογραφή πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου, μπορούν να κατατίθενται έως δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο προτάσεις νόμων στη Βουλή, οι οποίες με απόφαση του Προέδρου της παραπέμπονται στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή προς επεξεργασία και εν συνεχεία εισάγονται υποχρεωτικά προς συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια του Σώματος. Οι προτάσεις νόμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να αφορούν θέματα δημοσιονομικά, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας. Νόμος ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας παραγράφου».
Ωστόσο, έξι και πλέον χρόνια μετά την αναθεώρηση δεν έχει εκδοθεί ακόμη ο απαιτούμενος εφαρμοστικός νόμος. Η κυβερνητική παράταξη φέρει καταρχάς βαρύτατη ευθύνη διότι, αν και αποδέχθηκε με βαριά καρδιά τη σχετική πρόβλεψη, δεν προχώρησε ποτέ στο επόμενο, κρίσιμο βήμα για τη θέσπιση του νόμου που θα καθιστούσε τη διάταξη ενεργή.
Από την πλευρά του το προεδρείο της Βουλής, ύστερα από το πρωτοσέλιδο της «δημοκρατίας» τη Δευτέρα, επέλεξε να «νίψει τας χείρας του», υποστηρίζοντας ότι το υπόμνημα κοινοποιήθηκε στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες και ότι το αίτημα αφορά αποκλειστικά μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση. Ομως αυτός ο ισχυρισμός όπως και ο έτερος, «ότι εξαφανίστηκε από τη δημόσια σφαίρα το υπόμνημα ή ότι δεν το έπαιξαν τα ΜΜΕ ουδόλως αφορά την κοινοβουλευτική τάξη», συνιστούν καθαρό στρουθοκαμηλισμό όταν το θέμα της ατιμωρησίας των πολιτικών και της καθολικής απαίτησης της κοινωνίας για δικαιοσύνη έχει γίνει κυρίαρχο. Επίσης πραγματικός καταπέλτης ο συνταγματολόγος Ξενοφών Κοντιάδης έχει καλέσει τον πρόεδρο της Βουλής «να εφαρμόσει τη συνταγματική ρύθμιση» παρά την «αντισυνταγματική παράλειψη» θέσπισης του νόμου.

Ευθύνες, όμως, φέρουν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Παρά το μέγεθος και τη βαρύτητα της λαϊκής κινητοποίησης, δεν άσκησαν ουσιαστική πίεση ούτε ανέλαβαν πρωτοβουλίες ώστε να έρθει στη Βουλή ο εφαρμοστικός νόμος κατ’ εφαρμογή του οποίου στη συνέχεια -και με τις 1.373.547 υπογραφές- θα μπορούσε και έπρεπε πια να κατατεθεί η ανάλογη πρόταση νόμου.
Αντιθέτως, η κυβερνητική απραξία λειτούργησε ως βολικό άλλοθι για μια γενικευμένη πολιτική αδράνεια ώστε να μη γίνει τίποτε προς την αναγκαία κατεύθυνση, η οποία υπό τις συνθήκες που διαμορφώνονται πλέον θα έδινε ακόμα μεγαλύτερο αέρα στη Μ. Καρυστιανού και τη δυναμική που αναπτύσσει, απειλώντας τις υφιστάμενες ισορροπίες στο κομματικό σκηνικό. Απαντες ποιούνται την νήσσαν ακόμη και μετά την επίσημη κατάθεση του υπομνήματος αυτού στη Βουλή από τους συγγενείς των θυμάτων…
Μάλιστα, δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ανάλογη κωλυσιεργία είχε καταγραφεί και στην περίπτωση του άρθρου 86 του Συντάγματος για την ευθύνη υπουργών. Παρότι η αποσβεστική προθεσμία καταργήθηκε ήδη από την αναθεώρηση του 2019, ο εφαρμοστικός νόμος ήρθε ύστερα από έξι χρόνια, μόλις τον Απρίλιο του 2025, από τον Γ. Φλωρίδη, αφού προκλήθηκαν σάλος και πολλές αιτιάσεις για τα θέματα της παραγραφής με αφορμή επίσης την τραγωδία των Τεμπών. Και πάλι όμως η εφαρμογή του δεν έχει αναδρομική ισχύ κι έτσι κρίσιμες υποθέσεις της πρώτης κυβερνητικής τετραετίας της Ν.Δ. έχουν ήδη παραγραφεί.
Κυβερνητική υποκρισία γύρω από τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία
Σε ό,τι αφορά τον θεσμό της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, η Ν.Δ. επέδειξε εξαρχής δυσανεξία. Παρ’ όλα αυτά, κατά τις εργασίες της Επιτροπής Αναθεώρησης το 2019 η πρόταση δεν απορρίφθηκε καθολικά. Χαρακτηριστική ήταν η παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία αναγνώρισε την ανάγκη ενίσχυσης της συμμετοχής των πολιτών σε μια δημοκρατία που εμφανίζει ιστορικά χαμηλά ποσοστά ενεργοποίησης. «Οφείλουμε να βρούμε τρόπους ενεργοποίησης των πολιτών, έτσι ώστε να ξαναγυρίσει η πολιτική στην ουσιαστική συζήτηση και να νιώθει ο πολίτης ότι έχει και μια δυνατότητα παρέμβασης, εκτός από την ψήφο του στις εκλογές» έλεγε…
Τελικώς, ο θεσμός θεσπίστηκε, αν και με αυστηρούς περιορισμούς: δυνατότητα μόνο για δύο προτάσεις ανά κοινοβουλευτική περίοδο και με εξαιρετικά υψηλό κατώφλι 500.000 υπογραφών αντί των 100.000 που ήταν στην αρχική πρόταση. Ενα κατώφλι δυσανάλογο σε σύγκριση με άλλες χώρες όπως στην Ιταλία που χρειάζονται 50.000 υπογραφές σε πληθυσμό 60 εκατομμυρίων. Στην Αυστρία με πληθυσμό 9 εκατομμυρίων απαιτείται συλλογή 100.000 υπογραφών και στην Ισπανία, που έχει 48 εκατομμύρια κατοίκους, αρκούν 500.000 υπογραφές, όσες και στην Ελλάδα με το ένα τέταρτο του πληθυσμού της. Ακόμα και στη μακρινή Κούβα, με το δικό της καθεστώς απαιτούνται μόλις 10 χιλιάδες υπογραφές. Την ίδια ώρα σε εννιά πολιτείες των ΗΠΑ (Αλάσκα, Γιούτα, Μασαχουσέτη, Μέιν, Μίσιγκαν, Νεβάδα, Ουαϊόμινγκ, Ουάσινγκτον και Οχάιο) ο θεσμός είναι ακόμη πιο ισχυρός, αφού ορίζεται ότι, εάν το νομοθετικό σώμα απορρίψει την πρόταση νόμου που κατατέθηκε από τους πολίτες, διενεργείται υποχρεωτικά δημοψήφισμα.
Μάλιστα στην Ελλάδα η προσπάθεια απαξίωσης της συγκέντρωσης 1,3 εκατ. υπογραφών για τα Τέμπη είχε ξεκινήσει από την αρχή μέσω των δημοσιογραφικών φερεφώνων της κυβέρνησης που έκαναν τότε λόγο για «γελοιότητες». Παράλληλα, ο Μ. Βορίδης ως υπουργός Επικρατείας τότε -πριν βρεθεί λόγω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ εκτός νυμφώνος- κατέφευγε σε δικολαβισμούς, ισχυριζόμενος -και κόντρα σε αυτά που είχε πει από το 2019 ο κ. Μητσοτάκης- ότι δήθεν το αιτούμενο για άρση της ασυλίας όταν προκύπτουν ποινικές ευθύνες για πολιτικά πρόσωπα «είναι αναθεώρηση του Συντάγματος».
Είναι το ίδιο επιχείρημα με αυτό που επικαλείται τώρα και το προεδρείο της Βουλής, αλλά και οι δύο πλευρές επιδιώκουν μια σκόπιμη σύγχυση. Κατά πρώτον, το αναθεωρημένο άρθρο 73 του Συντάγματος επιτάσσει ρητά την έκδοση νόμου για την εφαρμογή της διάταξης, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της πρότασης νόμου με βάση τις 500.000 υπογραφές και εξαιρουμένων μόνο θεμάτων δημοσιονομικών, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας. Η υποχρέωση αυτή είναι αυτοτελής, αλλά η κυβέρνηση, με παθητικούς θεατές το προεδρείο της Βουλής και τα κόμματα, εξακολουθεί να μην πράττει το καθήκον της.
Κατά δεύτερον, η παραπομπή στην αλλαγή του Συντάγματος είναι υποκριτική και παρελκυστική, αφού μέχρι σήμερα ούτε τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης έχει δρομολογήσει η κυβερνητική πλειοψηφία, μολονότι διανύουμε ήδη το δεύτερο μισό της θητείας της. Μάλιστα, όλοι συνομολογούν ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα για πρόωρες εκλογές τους επόμενους μήνες, που σημαίνει ότι μπορεί τελικά να μην προλάβει καν να ξεκινήσει η αναθεώρηση…
Εν κατακλείδι, εκτός από το υψηλό φράγμα των 500.000 υπογραφών που έθεσαν προκειμένου να είναι δύσκολη συγκέντρωσή τους -και έσπασε με τον σχεδόν τριπλάσιο αριθμό που επιτεύχθηκε-, το δεύτερο φρένο έχει να κάνει με τη συνεχιζόμενη κωλυσιεργία και την καθυστέρηση στην έκδοση του αναγκαίου εφαρμοστικού νόμου που αφήνει ανενεργή τη διάταξη του άρθρου 73. Και αυτό σε συνδυασμό με τη σκόπιμη χρονοτριβή στην αναθεωρητική διαδικασία του Συντάγματος διατηρεί το πέπλο ατιμωρησίας των πολιτικών προσώπων.
Ωστόσο όλες αυτές οι μεθοδεύσεις είναι πιθανόν να γυρίσουν μπούμερανγκ, καθώς η εξαετής και πλέον αδράνεια συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης της κυβέρνησης (όταν μάλιστα πανηγυρίζει για την πυκνότητα της νομοθετικής της δραστηριότητας) να υπακούει στο Σύνταγμα στο οποίο έχει ορκιστεί. Και στον συνταγματικό κόσμο της χώρας είναι κυρίαρχη η άποψη ότι αυτή η -αντισυνταγματική- παράλειψη του νομοθέτη να θεσπίσει τον σχετικό οργανικό νόμο δεν μπορεί να εμποδίσει τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία εφαρμογής ατομικού και πολιτικού δικαιώματος εκ μέρους των πολιτών…
Τρεις επιστήμονες προειδοποιούν για θεσμική εκτροπή
Κατά τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Ξενοφώντα Κοντιάδη «τίθεται ζήτημα παράβασης του Συντάγματος εξαιτίας της μη θέσπισής του σχετικού οργανικού νόμου». Και «καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε μία αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη, σημαίνει αυτό ότι δεν μπορεί να ξεκινήσει ή να προχωρήσει οποιαδήποτε λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία; Κάθε άλλο. Μία διαδικασία που τυχόν έχει ξεκινήσει μπορεί να προχωρήσει, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως μέσο πίεσης προς τον κοινό νομοθέτη, με αίτημα να μη συνεχίσει να αδρανεί και να άρει αυτή την αντισυνταγματική παράλειψη».
«Θεωρώ αδιανόητο», συμπληρώνει σε σχετικό άρθρο του, «να κατατεθεί μία πρόταση στον πρόεδρο της Βουλής με εκατοντάδες χιλιάδες υπογραφές και ο πρόεδρος, που είναι αρμόδιος για την παραπομπή της στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή, να μην εφαρμόσει τη συνταγματική ρύθμιση. Αν μη τι άλλο, θα έπρεπε ταυτόχρονα να κινηθεί η διαδικασία νομοθέτησης του οργανικού νόμου που προβλέπει το Σύνταγμα. Μία τόσο οφθαλμοφανής αθέτηση του Συντάγματος θα ήταν αδιανόητη και θα συνεπαγόταν σοβαρό πολιτικό κόστος για οποιαδήποτε κυβέρνηση».

Επίσης ο καθηγητής Θεωρίας Κράτους και Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Καλτσώνης με αφορμή την καθυστέρηση εισαγωγής του νόμου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε απλώς μια δυσπιστία έναντι της δημοκρατίας. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο: για φόβο των κρατούντων ενώπιον της δημοκρατίας».

Κατά τον διδάκτορα Νομικής Γρηγόρη Αυδίκο, «διά της παράλειψής του το νομοθετικό σώμα να θέσει σε ισχύ εκτελεστικό νόμο, στην ουσία αντιστρατεύεται τη βούληση του αναθεωρητικού ή συντακτικού νομοθέτη, και τελικά τη βούληση του κυρίαρχου λαού. Το συνταγματικό δικαίωμα -αντίθετα με τους περιορισμούς αυτούς- δεν παραμένει ανενεργό χωρίς την ύπαρξη του εκτελεστικού νόμου».

Επίσης τονίζει ότι «ακόμα και αν κανείς, εμμένοντας σε μια τυπολατρική προσέγγιση του ζητήματος της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, εστίαζε στην απουσία του εκτελεστικού νόμου, η Βουλή θα όφειλε όχι να απορρίψει τη σχετική πρόταση, αλλά να σπεύσει το ταχύτερο δυνατό να καλύψει το κενό ψηφίζοντας τον εκτελεστικό νόμο με μεταβατική μάλιστα πρόβλεψη».
Επίδειξη ασυνέπειας από τον Μητσοτάκη
Χαρακτηριστική είναι η σχετική -και μοναδική- αναφορά του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη κατά τη συνεδρίαση της Βουλής στις 25 Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση:
«Με συναινετική διάθεση η Κοινοβουλευτική μας Ομάδα ενσωμάτωσε στην τελική της πρόταση και τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, την οποία πρότεινε η αντιπολίτευση. Συμφωνήσαμε οι υπογραφές πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών, με δικαίωμα ψήφου, να οδηγούν στην κατάθεση προτάσεων, οι οποίες θα συζητούνται υποχρεωτικά στη Βουλή.
Βεβαίως, μια διαδικασία όπως αυτή, η οποία σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται ανοικτή στη λαϊκή συμμετοχή, εγκυμονεί και κινδύνους -μπορεί να κρύβει κινδύνους- για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Γι’ αυτό και περιορίζουμε τον αριθμό τέτοιων προτάσεων σε δύο ανά βουλευτική περίοδο και θέτουμε κάποια απολύτως -εκτιμώ- αυτονόητα όρια, ώστε να μην αφορούν θέματα όπως η Εθνική Αμυνα, η δημοσιονομική πολιτική και η εξωτερική πολιτική.
Δείξαμε, όμως, υιοθετώντας αυτή την πρόταση, τη διάθεσή μας να αξιοποιήσουμε αυτήν τη μακρά διαδικασία και να ενσωματώσουμε προτάσεις, οι οποίες θεωρούμε ότι κινούνται στη σωστή κατεύθυνση και οι οποίες δεν βρισκόντουσαν στον πυρήνα της δικής μας
πρότασης».
Οπως φαίνεται και από το απόσπασμα, ο κ. Μητσοτάκης είχε πει τότε ότι οι προτάσεις αυτές «θα συζητούνται υποχρεωτικά στη Βουλή», αλλά σε ακόμη μία επίδειξη ασυνέπειας λόγων και έργων έκανε ό,τι μπορούσε (δηλαδή… τίποτα) για να μην μπορέσει να έρθει μέχρι σήμερα καμία τέτοια πρόταση στη Βουλή, μη φέρνοντας τον εφαρμοστικό νόμο και διατηρώντας ως εκ τούτου «θαμμένη» και ανενεργή την πρωτοβουλία των 1,3 εκατομμυρίων υπογραφών.