Αυτός, η Μέρκελ, ο Σόιμπλε και ο Τόμσεν ήξεραν δίχως τύψεις να βάζουν το πιστόλι στον κρόταφο των Ελλήνων και να καταστρέφουν συνειδητά τη χώρα μας
- Από τον
Βασίλη Γαλούπη
Ο Ντόναλντ Τουσκ ήταν ένα από τα κυρίαρχα πρόσωπα των θεσμών στην ελληνική κρίση. Ανέλαβε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το καλοκαίρι του 2014, επί Αντώνη Σαμαρά και προ δημοψηφίσματος Τσίπρα, κι έμεινε μέχρι το 2019, όταν η χώρα μας βγήκε πια ξανά στις διεθνείς αγορές.
Η στάση του Πολωνού και ξεκάθαρα «γερμανοκίνητου» πολιτικού ήταν τότε πλήρως εναρμονισμένη με τους βασικούς «πιστολέρο» της τρόικας. Εξυπηρέτησε πιστά το ίδιο αφήγημα-θηλιά, ασκώντας πίεση με κάθε τρόπο στις ελληνικές κυβερνήσεις και ειδικά στο διάστημα πριν από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Πρότασσε διαρκώς το φετίχ του κοινού νομίσματος, τη σωτηρία της ευρωζώνης έναντι κάθε τιμήματος και, πρακτικά, την ταπείνωση του ελληνικού λαού διά της βίαιης φτωχοποίησης.
Αναπόφευκτα, όλη η στρατηγική του Τουσκ ήταν σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων, όπως φαίνεται και από τις δηλώσεις του εκείνο το διάστημα:
– 19 Ιουνίου 2015: Τελεσίγραφο Τουσκ προς την Ελλάδα και σύγκληση έκτακτης Συνόδου Κορυφής της ευρωζώνης: «Ή συμφωνείτε ή χρεοκοπείτε», «Πλησιάζουμε το σημείο στο οποίο η ελληνική κυβέρνηση θα χρειαστεί να επιλέξει αυτή που θεωρώ ότι είναι μια καλή πρόταση, αυτή των πιστωτών ή να οδηγηθεί απευθείας σε στάση πληρωμών».
– 1 Ιουλίου 2015 (4 ημέρες πριν από το δημοψήφισμα): «Η Ευρώπη θέλει να βοηθήσει την Ελλάδα. Αλλά δεν μπορεί να βοηθήσει κανέναν παρά τη θέλησή του. Ας περιμένουμε τα αποτελέσματα του ελληνικού δημοψηφίσματος».
– 3 Ιουλίου 2015, στο Politico: «Για να συνυπάρξουμε με τη χρεοκοπημένη Ελλάδα, πρέπει να αλλάξει πλήρως η προσέγγιση της κυβέρνησης, ακόμη και εάν επικρατήσει το “όχι” στο δημοψήφισμα. Στόχος μας είναι να παραμείνει ενωμένη η ζώνη του ευρώ».
– 4 Ιουλίου 2015: «Η Ελλάδα θα μείνει στην ευρωζώνη ανεξάρτητα του δημοψηφίσματος, στόχος μας είναι να διατηρήσουμε τη Ευρωζώνη ενωμένη. Εάν χρειαστούν ορισμένες νομικές αλλαγές ώστε να διασωθεί η Ευρώπη, τότε θα το συζητήσουμε».
Θα περίμενε κανείς πως ο Τουσκ είναι ένας υπέρμαχος του ευρώ και πως, αν του δινόταν η ευκαιρία, θα έβαζε και τη χώρα του, την Πολωνία, στο κοινό νόμισμα. Αμ δε! Ούτε να το βλέπει…
Ο Τουσκ είναι πρωθυπουργός της Πολωνίας εδώ και πάνω από δυο χρόνια πια. Τι δήλωσε χθες ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησής του; «Η οικονομία μας τα πάει σαφώς καλύτερα από τις περισσότερες χώρες που έχουν το ευρώ. Εχουμε όλο και περισσότερα στοιχεία, έρευνες και επιχειρήματα για να διατηρήσουμε το πολωνικό ζλότι» είπε ο Αντρέι Ντομάνσκι στους «Financial Times».
Για την Ελλάδα ο Τουσκ, μαζί τότε με τους Μέρκελ – Σόιμπλε – Τόμσεν κ.α., ήξερε δίχως τύψεις να βάζει το πιστόλι στον κρόταφο των κυβερνήσεων και να καταστρέφει συνειδητά μια χώρα, μαζί με τον λαό της. Για τα συμφέροντα της Πολωνίας, όμως, ο Τουσκ επιμένει στο ζλότι. Κορόιδο είναι να επιλέξει το πιο «ακριβό» νόμισμα του κόσμου που μπορούν να το αντέξουν, όπως έχει αποδειχθεί, μόνο οι ισχυρές, δομικά, οικονομίες, όπως, π.χ., της Γερμανίας με περιζήτητες εξαγωγές;
Η φιλογερμανική κυβέρνηση στην Πολωνία, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ, δεν έχει επιδιώξει την υιοθέτηση του ευρώ από την επιστροφή στην εξουσία στα τέλη του 2023: «Πριν από δύο χρόνια ανησυχούσα λίγο ότι η Πολωνία θα μπορούσε να μείνει πίσω σε μια Ε.Ε. δύο ταχυτήτων και εκτός της ευρωζώνης, αλλά σήμερα η Πολωνία βρίσκεται σαφώς στην κορυφή της οικονομικής κλίμακας και δεν βλέπω κανένα σοβαρό λόγο να εγκαταλείψουμε το δικό μας νόμισμα» δήλωσε ο Ντομάνσκι.
Η Βαρσοβία, λόγω του ρωσικού «μπαμπούλα», δαπανά τα περισσότερα χρήματα στον τομέα της άμυνας στην Ευρώπη ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, στοχεύοντας να ξοδέψει 44 δισ. ευρώ (186 δισ. ζλότι) φέτος για τον στρατό της.
Θυμίζουμε ότι τον Δεκέμβριο του 2023, με το που ανέλαβε ο Τουσκ την ηγεσία στη χώρα του, αποφάσισε να αποσύρει τις αξιώσεις της Πολωνίας για πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντί αυτών, όπως είχε ανακοινώσει τότε ο υπουργός Αμυνας της Πολωνίας, Σικόρσκι, θα επιδιώξει άλλες μορφές αποζημίωσης, όπως η αποκατάσταση ιστορικών κτιρίων ή η επένδυση στην αμοιβαία άμυνα. Το 2022 η προηγούμενη κυβέρνηση είχε απαιτήσει αποζημιώσεις ύψους 1,3 τρισεκατομμυρίων ευρώ για τους Γερμανούς χιτλερικούς.
Ο Τουσκ, όμως, έσπευσε άμεσα να βοηθήσει τη Γερμανία να ανασάνει. Τον ίδιο ρόλο είχε παίξει και στην ελληνική κρίση, αφού προωθούσε ό,τι ήθελαν οι Μέρκελ – Σόιμπλε έτσι ώστε να πάθει ασφυξία η χώρα μας, πληρώνοντας το πιο ακριβό τίμημα στη μεταπολεμική Ευρώπη. Κι όλα αυτά παρά τη συντριπτική απόφαση του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα.
«Εκεί που πολλοί βλέπουν καθαρά αρνητικά αποτελέσματα, εγώ επικεντρώνομαι στην επιτακτική ανάγκη να διατηρηθούν τα μείζονα επιτεύγματα της Ευρώπης: Η Σένγκεν, η ευρωζώνη και η ενιαία αγορά» έλεγε τότε. Εν έτει 2026 η Ευρώπη που διαμόρφωσαν η Γερμανία και οι διάφοροι συμφεροντολόγοι Τουσκ της προσκολλήσεως έχει γίνει το γήπεδο για να κόβουν κομμάτια της η Αμερική, η Ρωσία και κάθε υπερδύναμη…
Κανείς δεν ασχολείται πλέον με τα υποτιθέμενα… επιτεύγματα της Ευρώπης για τα οποία κόμπαζε ο Τουσκ, αλλά με την τωρινή κατάντια της να έχει μείνει πίσω, γεωστρατηγικά, οικονομικά και τεχνολογικά, απ’ όλες τις σοβαρές δυνάμεις του πλανήτη. Ταπεινωμένη κι αναξιοπρεπής.
Ντόναλντ Τουσκ – Πολωνός πρωθυπουργός
Γεννήθηκε το 1957 στο Γκντανσκ της Πολωνίας. Εχει πολωνική και γερμανική καταγωγή. Σπούδασε Ιστορία σε πολωνικό πανεπιστήμιο και είναι ένας από τους ιδρυτές του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κογκρέσου, κόμματος που συμμετείχε στις εκλογές του 1991. Το 2001 συνίδρυσε την κεντροδεξιά Πλατφόρμα Πολιτών και έγινε αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου του Πολωνίας. Ως πολιτικός έχει ταχθεί εξαρχής υπέρ του διαχωρισμού εκκλησίας – κράτους, της νεοφιλελεύθερης οικονομίας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το 2007 έγινε πρωθυπουργός, ενώ επανεξελέγη το 2011. Στις 30 Αυγούστου 2014, εν μέσω της ελληνικής οικονομικής κρίσης, εξελέγη πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, θέση την οποία διατήρησε έως το 2019. Από τις 13 Δεκεμβρίου 2023 είναι ξανά πρωθυπουργός, μετά την αποτυχία του προκατόχου του, Μοραβιέτσκι, να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.