Τριάντα χρόνια πέρασαν από το ιστορικό ορόσημο της δημιουργίας του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας για τις θηριωδίες των ναζί στην Ελλάδα
- Γιώργος Χατζηδημητρίου
Είναι μια επέτειος που ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος έχει εναποθέσει την τύχη των γερμανικών αποζημιώσεων στην καλή καρδιά του Βερολίνου, θα ήθελε γρήγορα να περάσει. Συμπληρώθηκαν εντούτοις τις μέρες αυτές τριάντα χρόνια από τότε που άτυπα ιδρύθηκε, στις 22 Ιανουαρίου του 1996, το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Ηταν ένα ιστορικό ορόσημο, καθώς η αποφασιστική αυτή πράξη για την απόδοση δικαιοσύνης στον πολύπαθο λαό μας συνέβαλε τα μέγιστα στο να κρατηθεί ζωντανή η φλόγα της διεκδίκησης για τα εγκλήματα που διέπραξαν στη χώρα οι δυνάμεις Κατοχής.
Το Εθνικό Συμβούλιο, όπως τονίζει ο γραμματέας του, δρ Αριστομένης Συγγελάκης «στήριξε ηθικά και πολιτικά τον δικαστικό αγώνα των θυμάτων, αποκάλυψε την υποκρισία και αδιαλλαξία των γερμανικών κυβερνήσεων, πίεσε διαχρονικά τις ελληνικές κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα να αναλάβουν τις ευθύνες τους».
Συνέβαλε, επίσης, «στη διεύρυνση και την ισχυροποίηση του κινήματος», με κορυφαίο, ίσως, επίτευγμα «τη σχεδόν ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων στις 17 Απριλίου 2019 υπέρ της σθεναρής και αποφασιστικής διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών».
Και επιπλέον το Εθνικό Συμβούλιο «με τις έγκαιρες και αποφασιστικές του παρεμβάσεις (στη Βουλή των Ελλήνων, στην κυβέρνηση και την ελληνική κοινωνία) απέτρεψε την επιχειρούμενη από το Βερολίνο πολύχρονη προσπάθεια πλαστογράφησης της ιστορικής αλήθειας και διείσδυσης στα σχολεία και στην ελληνική κοινωνία, με στόχο την υπονόμευση της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών μέσω πρωτοβουλιών όπως το Ελληνογερμανικό Ιδρυμα Νεολαίας (ΕΛΓΙΝ), το γερμανικό ταμείο για το μέλλον, το πρόγραμμα “Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα ” (MOG) κ.ά.».
Τα ιδρύματα αυτά χρηματοδοτούνται αφειδώς από το γερμανικό ΥΠΕΞ. Κάτω από φαινομενικά ανώδυνους τίτλους και υπό το πρόσχημα ότι προωθούν «τη φιλία», την «αλληλοκατανόηση» και τις «ενάρετες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων», καλλιεργούν επίμονα και συστηματικά στην πραγματικότητα την παραχάραξη της αλήθειας και την ιστορική λήθη για τα εγκλήματα των ναζί, προσφέροντας χάντρες και καθρεφτάκια μέσω πολιτιστικών ανταλλαγών, ταξιδιών αναψυχής και έργων βιτρίνας, προκειμένου να αποφύγουν την ευθύνη των αποζημιώσεων.
Εμεινε στη συλλογική μνήμη η υπερκινητικότητα εκείνου του ανεκδιήγητου εντεταλμένου της Ανγκελα Μέρκελ για την ελληνογερμανική συνεργασία στον τομέα της Αυτοδιοίκησης Χανς Γιόακιμ Φούχτελ που αλώνιζε τη χώρα, παράγοντας μια άξεστη κι ανυπόφορη γραφικότητα.
«Ερχεται για χταπόδι και ρετσίνα και δεν κάνει τίποτε» είχε διαμαρτυρηθεί με τρισέλιδη επιστολή στα ΥΠΕΞ Ελλάδας – Γερμανίας ο αείμνηστος Γιάννης Μπουτάρης, ενώ ο αγαπημένος της Μέρκελ κάποια στιγμή, απογειώνοντας τη χοντροκομμένη του γελοιότητα, πρότεινε στον δήμαρχο Αθηναίων Γ. Καμίνη να φορέσουν χλαμύδες και να βαδίσουν μέχρι την Αρχαία Ολυμπία για τη σύσφιγξη των διμερών σχέσεων!
Οι γερμανικές υποχρεώσεις, όμως, δεν παραγράφονται. Και ο πρόεδρος της Γερμανίας Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ θυμάται ακόμη την επίσκεψή του στη μαρτυρική Κάνδανο το 2024, τότε που επιζώντες της Κατοχής και ο μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου Αμφιλόχιος με την αξιοπρεπή στάση τους μετέτρεψαν σε φιάσκο τη γερμανική φιέστα «μπαζώματος» των γερμανικών οφειλών.
Σήμερα, παρά την κατώτερη των περιστάσεων στάση των ελληνικών κυβερνήσεων διαχρονικά και την εγκατάλειψή του από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και επίκαιρο και οι αξιώσεις της Ελλάδας έναντι της Γερμανίας, όπως έχει αποφανθεί ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, είναι «νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες».
Χριστίνα Σταμούλη: «Παλεύουμε να διαμορφώσουμε μια εθνική στρατηγική»
Το Εθνικό Συμβούλιο εντός του 2026 θα προχωρήσει στην πραγματοποίηση του 11ου Συνεδρίου του, με στόχο την ανανέωση και την ενδυνάμωση του αγώνα, γνωρίζοντας όμως ότι βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή.
Οπως υπογραμμίζει η δικηγόρος Χριστίνα Σταμούλη, θυγατέρα και διαχειρίστρια του αρχείου του αείμνηστου Ιωάννη Σταμούλη, ο οποίος το 1995 κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς την ιστορική αγωγή για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης για τα θύματα της Σφαγής του Διστόμου, «το συμβούλιο, το οποίο τυπικά ιδρύθηκε το 2001, με τη δημοσίευση από το Πρωτοδικείο Αθηνών του καταστατικού της ένωσης προσώπων, αν και διεκδίκησε όλα αυτά τα χρόνια τον ρόλο του κύριου φορέα-εκπροσώπου της κοινωνίας των πολιτών, δεν μπόρεσε, δυστυχώς, να διαμορφώσει και να εισηγηθεί μια εθνική στρατηγική. Ειδικά στη δεκαετία του 2010 -κατά την οποία το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα- το συμβούλιο το αντιμετώπισε μόνο με όρους επικοινωνίας και προβολής, παραβλέποντας τα προβλήματα ουσίας που έπρεπε να ξεπεραστούν (έλλειψη Συνθήκης Ειρήνης, αυξανόμενη επιρροή στην Ε.Ε. και οικονομικοπολιτική διείσδυση της Γερμανίας στην Ελλάδα)».
Οπως παρατηρεί, «δεν κατάφερε να εξάγει συμπεράσματα από τη στρατηγική των Εβραίων, ενός λαού που υπέστη το απόλυτο Ολοκαύτωμα, αλλά ταυτόχρονα πέτυχε να καθυποτάξει την αλαζονεία της μεταπολεμικής Γερμανίας! Δεν έθεσε καν ως στόχο την κινητοποίηση της ελληνικής διασποράς για να υπάρξει ώσμωση της διεθνούς κοινής γνώμης με το πρόβλημα. Η επιτυχία της αρμένικης διασποράς το επιβεβαιώνει!».
Η ίδια θεωρεί ως «το μεγαλύτερο λάθος του ΕΣΔΟΓΕ ότι εγκλώβισε τον αγώνα της διεκδίκησης στη λογική της λογιστικής αποτίμησης των γερμανικών οφειλών και στην παγίωση ενός τετράπτυχου αιτημάτων που πρέπει να διεκδικηθούν μόνον ως όλον. Μια επιχειρηματολογία του “όλα ή τίποτα’’ η οποία μέχρι σήμερα μας έχει οδηγήσει, αποδεδειγμένα, στο τίποτα, επιτρέποντας στη Γερμανία να απορρίπτει μονολεκτικά και αλαζονικά το αίτημα!».
Η κυρία Σταμούλη συνοψίζει με καλή προαίρεση: «Προσωπικά στον επικεφαλής του, αείμνηστο Μανώλη Γλέζο, πιστώνεται η πολιτική επιτυχία της έκδοσης, από την Βουλή των Ελλήνων το 2016, που τελικά ψηφίστηκε το 2019, της περίφημης Εκθεσης της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών. Αν και αυτή έχει μείνει ξεχασμένη, στα συρτάρια του ελληνικού πολιτικού συστήματος -ενώ θα μπορούσε να συμπληρωθεί, να βελτιωθεί και να χρησιμοποιηθεί με χίλιους δύο τρόπους-, η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, αρκεί εκτός από την Αθήνα να κουνήσουμε οργανωμένα και εμείς το χεράκι μας. Ισως, πράγματι, να πρέπει να το χωνέψουμε: Σε αυτήν την προσπάθεια δεν πρέπει να περισσεύει κανείς και δεν μπορεί να “αρχηγεύει” κανείς!».