Παραβιάσεις, NAVTEX και γκρίζες ζώνες στο τραπέζι του Ερντογάν, την ώρα που Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης ετοιμάζουν βαλίτσες για Αγκυρα χωρίς κόκκινες γραμμές
Με φόντο την αδιάλειπτη τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, το επικείμενο ραντεβού Κυριάκου Μητσοτάκη – Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα (το οποίο προσδιορίζεται από τις 10 έως τις 16 Φεβρουαρίου) πυροδοτεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό, αναδεικνύοντας ακόμα μία φορά τα όρια και τις αντιφάσεις της επικίνδυνης και ταυτόχρονα εμμονικής κυβερνητικής στρατηγικής των «ήρεμων νερών».
Την ώρα που η Αγκυρα συνεχίζει τις παραβιάσεις, τις επιθετικές NAVTEX, τις παρεμβάσεις στα εσωτερικά της χώρας και τη συστηματική επαναφορά αναθεωρητικών αξιώσεων -από την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών έως τη θεωρία των γκρίζων ζωνών-, η κυβέρνηση επιμένει σε έναν διάλογο ανύπαρκτων προσδοκιών, χωρίς να έχει καταφέρει να διαμορφώσει σαφές και πειστικό πλαίσιο για το τι ακριβώς επιδιώκει.
Στα υψη οι τονοι
Η αντιπολίτευση ανεβάζει τους τόνους, κατηγορώντας το Μέγαρο Μαξίμου για επικίνδυνη αβεβαιότητα. Το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για «τυχοδιωκτική εξωτερική πολιτική», που θέτει σε κίνδυνο τα εθνικά συμφέροντα, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα εμφανίζεται διαρκώς σε θέση άμυνας, την ώρα που η Τουρκία κλιμακώνει τη ρητορική και τις αξιώσεις της. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης καλούν την κυβέρνηση να μη συρθεί σε έναν διάλογο που μόνο κινδύνους μπορεί να «γεννήσει» και ζητούν ευθέως ενημέρωση για την ατζέντα της συνάντησης, τονίζοντας πως οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν ποια θέματα θα συζητηθούν με τον Τούρκο πρόεδρο.
Η κυβέρνηση, από τη δική της πλευρά, δεν δείχνει να πτοείται από τις αντιδράσεις και απαντά μονότονα πως ο διάλογος είναι αναγκαίος και πως η Ελλάδα προσέρχεται με μοναδικό αντικείμενο τη συζήτηση για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Ωστόσο, η ίδια η πραγματικότητα δείχνει ότι η Αγκυρα δεν αναγνωρίζει αυτό το πλαίσιο συζήτησης. Αντιθέτως, επιχειρεί διαρκώς να φορτώνει το τραπέζι με ένα πακέτο διεκδικήσεων, δημιουργώντας συνθήκες πίεσης και μετατόπισης της συζήτησης στις αναθεωρητικές βλέψεις της τουρκικής πλευράς.
Σε αυτό το περιβάλλον οι κίνδυνοι του ραντεβού είναι πολυεπίπεδοι, καθώς η τουρκική πλευρά επιδιώκει να εμφανιστεί δήθεν διεθνώς ως δύναμη διαλόγου, μεταθέτοντας στην Ελλάδα την ευθύνη για οποιοδήποτε αδιέξοδο. Το «κακό δείγμα γραφής» των τελευταίων ετών -με συνεχείς υποχωρήσεις στο επίπεδο της ρητορικής και απουσία ουσιαστικής αποτροπής- ενισχύει τη διάχυτη δυσπιστία για τα αποτελέσματα αυτών των συνομιλιών, καθώς η κοινωνία βλέπει μια Τουρκία που προκαλεί χωρίς κόστος και μια κυβέρνηση που επιμένει να κρατά ανοιχτούς διαύλους, χωρίς όμως να πείθει ότι αυτοί οι δίαυλοι λειτουργούν προς όφελος της χώρας.
Ετσι, το επικείμενο τετ α τετ στην Αγκυρα δεν γεννά προσδοκίες. Αντιθέτως, γεννά ερωτήματα. Για το τι πραγματικά συζητείται, ποια όρια τίθενται και αν, καθώς το μοτίβο παγιώνεται με την Τουρκία σταθερά να προκαλεί και την Ελλάδα να ακολουθεί αμυντικά κι αμήχανα.