Οι άριστοι του Μητσοτάκη λειτουργούν ως εκφραστές ενός ύφους που συνδυάζει περιφρόνηση, ειρωνεία και προκλητική αποστασιοποίηση από την κοινωνία
Το αποκρουστικό σύνδρομο της αλαζονείας αποτελεί σήμα κατατεθέν της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ενα δομικό χαρακτηριστικό του Μεγάρου Μαξίμου και του τρόπου με τον οποίο ο πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται την άσκηση της εξουσίας. Από τις πρώτες μέρες του 2019 ως σήμερα… η καθεστωτική αντίληψη στο κυβερνών κόμμα έγινε ταυτοτικό ζήτημα μιας εξουσίας που δεν συνομιλεί, δεν ακούει και -κυρίως- δεν λογοδοτεί.
- Από τον Κώστα Καββαδία
Αντίθετα, αρέσκεται να επιβάλλεται. Κι αυτή η κουλτούρα που συνοδεύει τα πεπραγμένα του επιτελικού κράτους διαχέεται προς τα κάτω, με τους υπουργούς, τους βουλευτές και τα στελέχη να λειτουργούν ως πρόθυμοι εκφραστές ενός ύφους που συνδυάζει περιφρόνηση, ειρωνεία και προκλητική αποστασιοποίηση από την κοινωνία.
Στην αιχμή αυτής της στρατηγικής βρίσκονται ο Παύλος Μαρινάκης και ο Αδωνις Γεωργιάδης. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, κληθείς να φέρει εις πέρας τη δύσκολη αποστολή της μόνιμης αντιστροφής της πραγματικότητας, έχει μετατρέψει τις ενημερώσεις των πολιτικών συντακτών σε πεδίο επίδειξης ισχύος, όπου η ουσία υποτάσσεται μπροστά στο ύφος του… νταή. Αντί να απαντά, δυσανασχετεί, προσβάλλει και απειλεί. Αντί να εξηγεί, ειρωνεύεται. Κι όταν οι ερωτήσεις γίνονται πιεστικές, η αντίδραση δεν είναι η διαφάνεια αλλά η στοχοποίηση.
Ο τρόπος με τον οποίο ο κ. Μαρινάκης αντιμετωπίζει δημοσιογράφους που «ξεφεύγουν» από τη γραμμή της αρεσκείας του αποτυπώνει ακριβώς αυτό, μια εξουσία με δυσανεξία σε οποιονδήποτε έλεγχο και κριτική. Τα περιστατικά της προσβλητικής συμπεριφοράς του, δεκάδες, γι’ αυτό άλλωστε αποτελεί και τον μακροβιότερο κυβερνητικό εκπρόσωπο, έχοντας καταθέσει τα κυνικά διαπιστευτήριά του. Δίπλα του, δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Αδωνι Γεωργιάδη. Ισως ο πιο χαρακτηριστικός εκφραστής αυτής της λογικής, δεν περιορίζεται πλέον σε προκλήσεις – τις επιδιώκει και ταυτόχρονα τις κανονικοποιεί.
Aνθρώπινα δικαιώματα
Οταν δηλώνει, όπως προ λίγων ημερών, ότι «όποιος κάνει τη δουλειά μου και πιστεύει ότι κανένας δεν τον παρακολουθεί δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά» και ταυτόχρονα χαρακτηρίζει τις υποκλοπές «τελείως αδιάφορο θέμα», δεν πρόκειται για μια απλή προσπάθεια υπεράσπισης της κυβέρνησης. Είναι η κυνική αποδοχή μιας πραγματικότητας που ρεζιλεύει πρωτίστως τον ίδιο αλλά και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που υποβαθμίζονται για χάρη της επιβίωσης του Μεγάρου Μαξίμου. Οταν μιλά διαρκώς για κουλτούρα «εθνικής μιζέριας» και παρουσιάζει ως ελληνικό προνόμιο το ότι ακόμη κι ένας «πάμφτωχος» μπορεί να έχει πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, αποκαλύπτει το βάθος της απόστασης που χωρίζει την κυβερνητική ελίτ από την κοινωνία.
Ο υπουργός Υγείας έχει εκστομίσει τόσα όλα αυτά τα χρόνια, που μπορούν να γεμίσουν βιβλία… Ομως από τα πιο ανεκδιήγητα που έχει αναφέρει ήταν εκείνο που αφορούσε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις ποινικές ευθύνες των Βορίδη και Αυγενάκη. «Εμείς είμαστε πλειοψηφία στη Βουλή, εμείς αποφασίζουμε» είχε διαμηνύσει ο κ. Γεωργιάδης, με ύφος βγαλμένο από τα πιο σκοτεινά χρόνια της επταετίας που κάποτε εξυμνούσε.
Η ίδια αλαζονική αντίληψη διατρέχει και τις δημόσιες τοποθετήσεις του Γιώργου Φλωρίδη. Η φράση «πάει, τελείωσε» για το σιδηροδρομικό έγκλημα των Τεμπών ή το «όποιος μιλά για μπάζωμα είναι για τα μπάζα» για την ίδια υπόθεση, όπως και δεκάδες ακόμη κατάπτυστες αναφορές που προσβάλλουν τη νοημοσύνη της κοινωνίας δεν συνιστούν προφανώς λεκτικά ατοπήματα αλλά μια συνειδητή και ταυτόχρονα αποκαλυπτική επιχείρηση που δείχνει μια κυβέρνηση που έχει στόχο να κλείνει τους λογαριασμούς με την κοινωνία με μια μονοκοντυλιά και σε όποιον αρέσει.
Σε αυτό το περιβάλλον, τον δικό του κρίσιμο ρόλο έχει και ο Μακάριος Λαζαρίδης, που μοιάζει να λειτουργεί ως ένας από τους πιο βασικούς κρίκους της αλυσίδας. Η παρουσία του στην εξεταστική επιτροπή για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκάλυψε στην ολότητά του αυτό το αποκρουστικό θέαμα καθεστωτικής αντίληψης, συνοδευόμενο από ειρωνείες, πρωτοφανείς επιθέσεις και μια διαρκή προσπάθεια υπονόμευσης και φίμωσης κάθε ενοχλητικής φωνής. Δεν πρόκειται για προσωπικό ύφος αλλά για τον καθρέφτη μιας ευρύτερης γραμμής που έχει στόχο την απαξίωση των πάντων και το «ξέπλυμα» των ημετέρων.
Ο Μάκης Βορίδης έχει δώσει και εκείνος δείγματα γραφής αυτά τα χρόνια, με αμίμητες απαντήσεις, άλλοτε διερωτώμενος, στη σκιά του «γαλάζιου» πάρτι διορισμών στο Δημόσιο, «και ποιους να διορίζαμε; Τους ξένους;», άλλοτε υποστηρίζοντας ότι ζητήματα όπως οι υποκλοπές ή τα Τέμπη «κρίθηκαν οριστικά από δύο εκλογικές αναμετρήσεις». Μια θέση που ουσιαστικά ακυρώνει κάθε έννοια λογοδοσίας και την οποία ετοιμάζεται να επιστρατεύσει και για την εμπλοκή του στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εκεί όπου συνεχίζει να… παριστάνει τον ανήξερο, αδιαφορώντας επιδεικτικά με εργαλείο του τη ζηλευτή υποκριτική του ικανότητα.
Ο Λευτέρης Αυγενάκης έχει βάλει και κείνος το δικό του λιθαράκι, καταφέρνοντας να εμπλέκεται σε σκάνδαλα για τα οποία όμως δεν γνωρίζει ποτέ τίποτα. Αντιθέτως, επειδή η… καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, εκτοξεύει υποτιμητικά σχόλια και προσβολές κατά όποιου τολμά να τον επικρίνει για την αμαρτωλή δράση του, η οποία όμως δεν επηρεάζει το πολιτικό του μέλλον. Νιώθοντας άτρωτος και πάντοτε στο απυρόβλητο, δεν διστάζει να επιτίθεται ακόμη και κατά εργαζομένων που δεν στέκονται προσοχή στις υποδείξεις και τις ορέξεις του.
Ομως, επειδή προείπαμε πως η αλαζονεία μοιάζει με χαρακτηριστικό που πρέπει κάποιος να έχει στο βιογραφικό του για να βρεθεί στη Ν.Δ., δεν είναι λίγες οι φορές που «γαλάζια» στελέχη πασχίζοντας να μας πείσουν ότι ζούμε μια ειδυλλιακή περίοδο ή ότι ταυτίζονται με τα προβλήματα της κοινωνίας, προβαίνουν σε εμπρηστικές αναφορές ή συσχετίσεις που εξοργίζουν κάθε νοήμονα άνθρωπο. Ο υφυπουργός Γιάννης Λοβέρδος και ο βουλευτής Δημήτρης Κυριαζίδης αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της εικόνας αποκοπής από την πραγματικότητα.
Bουλευτική αποζημίωση
Ο πρώτος, λέγοντας ότι και κείνος ζορίζεται οικονομικά καθώς «ζει από τη βουλευτική του αποζημίωση», και ο δεύτερος που «δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα» με τον μισθό του, όπως εξομολογήθηκε, προκαλώντας την εύλογη αγανάκτηση σε μια κοινωνία που μετρά κάθε ευρώ. Τη δική της πινελιά είχε βάλει και η βουλευτής Χριστίνα Αλεξοπούλου, με το «ο τζάμπας πέθανε» προς τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς. Αλλά και ο Τάκης Θεοδωρικάκος με την περίφημη φράση «πιπίλα της ακρίβειας» συμπληρώνει το παζλ της αποσύνδεσης και της τυφλής υπεράσπισης του καθεστώτος που τον συντηρεί.
Από το κείμενο δεν θα μπορούσε να λείπει η Σοφία Βούλτεψη, η οποία με θράσος έχει χαρακτηρίσει τα Τέμπη «μπαγιάτικο θέμα», σε μια ωμή εκδοχή αυτής της νοοτροπίας, ενώ έχει επιτεθεί ευθέως με βαρείς χαρακτηρισμούς και κατά της Ευρωπαίας εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι που τόλμησε να θέσει προ των ευθυνών τους τα κυβερνητικά στελέχη για σκανδαλώδεις υποθέσεις.
Ολα τα παραπάνω δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Δεν είναι «ατυχείς στιγμές». Συνθέτουν ένα συνεκτικό αφήγημα εξουσίας, όπου η αλαζονεία δεν είναι παρενέργεια αλλά εργαλείο επιβίωσης. Ενα εργαλείο που χρησιμοποιείται για να αποδομηθεί η κριτική, για να απαξιωθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια και να επιβληθεί η αντίληψη ότι η εξουσία δεν αμφισβητείται. Και στο κέντρο αυτού του μοντέλου βρίσκεται ο ίδιος ο πρωθυπουργός.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με τη λογική του «επιτελικού κράτους», έχει διαμορφώσει ένα σύστημα στο οποίο οι ρόλοι είναι σαφείς: Το Μαξίμου καθορίζει τη γραμμή και τα στελέχη την αναπαράγουν, συχνά με ακόμα πιο επιθετικό τρόπο, ανάλογα το ακροατήριο και τη χρονική συγκυρία. Ενα σύστημα που θυμίζει περισσότερο καθεστωτική αυλή παρά σύγχρονη δημοκρατία, αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόσωπο μιας εξουσίας που νιώθει τόσο άτρωτη που όχι απλώς δεν φοβάται την κριτική αλλά την περιφρονεί επιδεικτικά.