Σε μια απροκάλυπτη προσπάθεια να στήσει ένα σκηνικό τεχνητής κρίσης, το κατοχικό καθεστώς επιχειρεί να μετατρέψει μια θρησκευτική γιορτή σε εστία έντασης
Σε μια απροκάλυπτη και απολύτως εξοργιστική προσπάθεια να στήσει ένα σκηνικό τεχνητής έντασης, το κατοχικό ψευδοκράτος επιστρατεύει τη θρησκεία, σε μια ύπουλη προσπάθεια να νομιμοποιήσει τους Τούρκους εποίκους στα κατεχόμενα εδάφη. Με πρόσχημα το προσκύνημα πιστών του Ισλάμ στο τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκέ στη Λάρνακα, η εγκάθετη ηγεσία της Αγκυρας επιχειρεί να εκβιάσει την Κυπριακή Δημοκρατία, κατηγορώντας την ότι δήθεν δεν «σκέφτεται» το θρησκευτικό αίσθημα των μουσουλμάνων.
Απαιτούν, δηλαδή, οι ηγέτες του ψευδοκράτους από την Κυπριακή Δημοκρατία να «νομιμοποιήσει» τους φορείς ενός εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας -σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΗΕ-, με αφορμή μια επίσκεψη σε έναν θρησκευτικό χώρο. Με μια κίνηση που προκαλεί το δημόσιο αίσθημα, επιχειρήθηκε η οργανωμένη μεταφορά πληθυσμού που παρανομεί στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, χρησιμοποιώντας ως χυδαίο προπέτασμα καπνού τη θρησκευτική πίστη, με μοναδικό σκοπό τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων του εποικισμού από την «πίσω πόρτα».
Είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε ότι το ζήτημα που προέκυψε δεν αφορά, ούτε στο ελάχιστο, το δικαίωμα των Τουρκοκυπρίων στην άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, καθώς αυτό είναι πλήρως και έντιμα διασφαλισμένο από το κράτος. Οι Τουρκοκύπριοι πολίτες διακινούνται καθημερινά από τα οδοφράγματα χωρίς κανένα απολύτως πρόσκομμα. Η πραγματική και σκοτεινή στόχευση του κατοχικού καθεστώτος ήταν η κατ’ εξαίρεση διέλευση ατόμων που δεν έχουν κανένα νόμιμο δικαίωμα εισόδου στις ελεύθερες περιοχές. Των Τούρκων εποίκων.
Πρόκειται για μια προμελετημένη και καλά οργανωμένη πράξη, με σκοπό τον μεθοδευμένο εκβιασμό. Αρχικά το κατοχικό καθεστώς οδήγησε εσκεμμένα σε πλήρη αδράνεια τον διαθρησκευτικό διάλογο, που λειτουργούσε υπό την αιγίδα της σουηδικής πρεσβείας, προτιμώντας την οδό των μονομερών αιτημάτων μέσω της UNFICYP για να παρακάμψει τους θεσμούς. Επιπλέον, παρά την καλή θέληση της νόμιμης κυπριακής κυβέρνησης να επιτρέψει τη διέλευση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ασφαλείας, η άλλη πλευρά απέστειλε καταλόγους-φάντασμα με ελλιπέστατα στοιχεία, αναγράφοντας μόνο ονοματεπώνυμα και καθιστώντας αδύνατο οποιονδήποτε έλεγχο.
Σαν να μην έφτανε αυτό, η αποστολή των στοιχείων έγινε την υστάτη στιγμή, με πιεστικά χρονοδιαγράμματα, που δεν επέτρεπαν κανέναν επιχειρησιακό συντονισμό, με προφανή στόχο να κατηγορηθεί αργότερα η Λευκωσία για δήθεν «άρνηση». Οταν, απολύτως φυσιολογικά, η Κυπριακή Δημοκρατία αρνήθηκε να δώσει «ελευθέρας» στους διάφορους εποίκους από τα βάθη της Ανατολίας που βρίσκονται παρανόμως στο νησί, το ψευδοκράτος την κατηγόρησε για «περιορισμό θρησκευτικών ελευθεριών». Και όλα αυτά από ένα καθεστώς που θα μπορούσε να πάρει… νόμπελ ιεροσυλίας.
Ενα καθεστώς που ανέχεται τη βεβήλωση εκκλησιών στα Κατεχόμενα, που τις μετατρέπει σε στάβλους και αποθήκες. Ενα καθεστώς που εμποδίζει τους πρόσφυγες της βάρβαρης τουρκικής εισβολής να επισκεφθούν τα πατρικά τους.