Στο 5,5% του ΑΕΠ η κρατική χρηματοδότηση, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 7,5%. Πώς τα στοιχεία διαψεύδουν το αφήγημα του Αδωνη Γεωργιάδη
Σε τροχιά σταδιακής κατάρρευσης βρίσκεται το Εθνικό Σύστημα Υγείας και τα στοιχεία που φέρνει στο φως η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) έρχονται να επιβεβαιώσουν με τον πιο ωμό τρόπο αυτό που οι πολίτες βιώνουν καθημερινά. Η δημόσια χρηματοδότηση συρρικνώνεται, οι ιδιωτικές δαπάνες εκτοξεύονται και η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας μετατρέπεται απροκάλυπτα σε ζήτημα οικονομικής αντοχής.
- Από την Ιωάννα Τσέφλιου
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η χρόνια υποχρηματοδότηση. Ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ Μιχάλης Γιαννάκος επισημαίνει στη «δημοκρατία»: «Οι δημόσιες δαπάνες υγείας στη χώρα μας είναι 5,5% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 7,5%. Με 5,5% δαπάνες δημόσια υγεία δεν μπορεί να φτιαχτεί. Μαγική συνταγή δεν υπάρχει». Η διαφορά αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι απλώς αριθμητική, αλλά η απόσταση ανάμεσα σε ένα σύστημα καθολικής κάλυψης και σε ένα σύστημα που αφήνει τους πολίτες να πληρώνουν για βασικές υπηρεσίες.
Κενό
Τα στοιχεία της έκθεσης αποτυπώνουν με σαφήνεια τη μετακύλιση του κόστους. Οι ιδιωτικές δαπάνες φτάνουν πλέον το 40% των συνολικών δαπανών υγείας, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: το κράτος αποσύρεται και ο πολίτης καλείται να καλύψει το κενό από την τσέπη του.
«Ο πολίτης αναγκάζεται να βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Να αγοράζει υπηρεσίες είτε μέσα στο σύστημα είτε εκτός του συστήματος» τονίζει ο Μιχάλης Γιαννάκος, περιγράφοντας μια πραγματικότητα όπου ακόμα και εντός του ΕΣΥ η πρόσβαση συνδέεται με πληρωμές – από απογευματινά ιατρεία έως χειρουργεία. Δημιουργείται δηλαδή ένας μηχανισμός μέσα από τον οποίο η δημόσια υγεία αποδομείται. Οχι με μια απότομη τομή, αλλά με σταδιακή εμπορευματοποίηση υπηρεσιών.
Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός συστήματος δύο ταχυτήτων. Οι πολίτες που μπορούν να πληρώσουν εξασφαλίζουν άμεση και ποιοτική πρόσβαση, είτε στον ιδιωτικό τομέα είτε μέσω «παράκαμψης» εντός του δημόσιου. Από την άλλη, ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού μένει πίσω. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ΠΟΕΔΗΝ, πάνω από το 20% των πολιτών αντιμετωπίζει εμπόδια ή αποκλεισμό από υπηρεσίες υγείας.
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δραματική στην περιφέρεια, όπου οι υγειονομικές ανισότητες αποκτούν γεωγραφική διάσταση. «Τα νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας της περιφέρειας είναι υποστελεχωμένα. Δεν βρίσκονται γιατροί, δεν βρίσκονται νοσηλευτές, λόγω των χαμηλών μισθών» σημειώνει ο κ. Γιαννάκος. Η υποστελέχωση δεν είναι συγκυριακή, αλλά, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί δομικό πρόβλημα που εντείνεται από την αδυναμία του συστήματος να προσελκύσει και να συγκρατήσει προσωπικό.
Κόστος
Η λειτουργία του συστήματος κατ’ αυτόν τον τρόπο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια νέα ισορροπία: ένα δημόσιο σύστημα που υπολειτουργεί και ένας ιδιωτικός τομέας που καλύπτει τα κενά με το ανάλογο κόστος. «Με τον ρυθμό που πάμε, ο δημόσιος τομέας θα γίνει συμπληρωματικός του ιδιωτικού» προειδοποιεί ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, περιγράφοντας το τελικό στάδιο μιας πορείας που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη.
Γίνεται σαφές πλέον πως η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αριθμούς και επικοινωνιακές διατυπώσεις. Ο Αδωνις Γεωργιάδης επιλέγει να παρουσιάζει μια εικόνα που ελάχιστη σχέση έχει με τα στοιχεία και την καθημερινότητα των πολιτών. «Μέσα στο 2026 θα παραδώσουμε το καλύτερο ΕΣΥ όλων των εποχών» δήλωσε πρόσφατα, την ώρα που η ΕΛ.ΣΤΑΤ. καταγράφει υποχώρηση του δημόσιου συστήματος και εκτίναξη της ιδιωτικής επιβάρυνσης.
Η αντίθεση δεν είναι απλώς εμφανής, αλλά προκλητική. Από τη μία οι αριθμοί, που δείχνουν ένα σύστημα που αδειάζει και μετακυλίει το κόστος στους πολίτες. Από την άλλη, οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί «εκσυγχρονισμού του ΕΣΥ». Σε μια πραγματικότητα όπου η πρόσβαση στην υγεία εξαρτάται όλο και περισσότερο από το πορτοφόλι, τέτοιες δηλώσεις δεν ακούγονται ως σχέδιο, αλλά ως άρνηση της πραγματικότητας. Και όσο αυτή η κατάσταση διαιωνίζεται τόσο περισσότερο βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα στο κυβερνητικό αφήγημα και στην κοινωνία.
Παγκόσμια πρωτοτυπία η απουσία του οικογενειακού γιατρού!
Μέσα στο ήδη επιβαρυμένο τοπίο της δημόσιας υγείας, ένα από τα πιο κρίσιμα -και ταυτόχρονα λιγότερο προβεβλημένα- προβλήματα είναι η απουσία ενός λειτουργικού συστήματος οικογενειακού γιατρού. Πρόκειται για μια θεμελιώδη δομή πρωτοβάθμιας φροντίδας που στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες λειτουργεί ως φίλτρο, οδηγός και ασπίδα για τον ασθενή. Στην Ελλάδα, ωστόσο, παραμένει ουσιαστικά ανενεργή.
«Εχουμε το παγκόσμιο προνόμιο, διαχρονικά, να μην έχουμε οικογενειακό προσωπικό γιατρό» σημειώνει με αιχμηρό τρόπο ο Μιχάλης Γιαννάκος, αποτυπώνοντας μια πραγματικότητα στην οποία ο ασθενής κινείται χωρίς καθοδήγηση μέσα σε ένα ήδη πιεσμένο σύστημα και αναγκάζεται να στραφεί στον ιδιωτικό τομέα ακόμα και για βασικές υπηρεσίες.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα οξύ για τους χρόνιους ασθενείς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ακόμα και η απλή συνταγογράφηση απαιτεί επίσκεψη σε ιδιώτη γιατρό, με άμεσο οικονομικό κόστος. «Πληρώνουμε μέχρι και τη συνταγογράφηση» επισημαίνει ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, περιγράφοντας μια καθημερινότητα που μετατρέπει τη διαχείριση της ασθένειας σε διαρκή οικονομική επιβάρυνση.
Η απουσία ενός σταθερού σημείου επαφής με το σύστημα υγείας έχει και ευρύτερες συνέπειες. Νοσοκομεία και Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών επιβαρύνονται με περιστατικά που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο πρωτοβάθμιας φροντίδας. Το αποτέλεσμα είναι καθυστερήσεις, συμφόρηση και τελικά υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών για όλους.
Παράλληλα, η έλλειψη πρόληψης οδηγεί σε σοβαρές καταστάσεις για την υγεία των πολιτών. Ασθένειες που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν σε πρώιμο στάδιο εξελίσσονται, αυξάνοντας τόσο τον κίνδυνο για τον ασθενή όσο και το συνολικό κόστος για το σύστημα.
«Ο προσωπικός ιατρός θα μείωνε τις ιδιωτικές δαπάνες, θα ξεφόρτωνε τα νοσοκομεία και θα ήταν πιο ασφαλές για τους πολίτες» υπογραμμίζει ο κ. Γιαννάκος, αναδεικνύοντας μια κρίσιμη αντίφαση: ενώ η ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας αποτελεί διεθνώς βασικό εργαλείο εξορθολογισμού των δαπανών, στην Ελλάδα παραμένει ζητούμενο.
Σε ένα σύστημα που ήδη πιέζεται από υποχρηματοδότηση και ανισότητες, η απουσία οικογενειακού γιατρού λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των προβλημάτων. Και όσο δεν καλύπτεται αυτό το κενό, η μετάβαση σε ένα μοντέλο υγείας όπου ο ασθενής αντιμετωπίζεται ως πελάτης δεν θα αποτελεί απλώς τάση, αλλά κανονικότητα.