Τιμάμε την 19η Μαΐου, εκτός από τους νεκρούς της Γενοκτονίας των Ποντίων και ένα εκλεκτό ζωντανό κομμάτι του ελληνισμού με βαθιά ιστορική, πνευματική, πολιτιστική διαδρομή. Όλους τους Πόντιους του σήμερα. Δεν μιλάμε για μια νεκρή μνήμη αλλά για μια ζώσα και κραυγάζουσα αλήθεια.
Αυτό τόνισε, ανάμεσα στα άλλα, ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας, Νίκος Δένδιας, μιλώντας σε εκδήλωση της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος στη μνήμη της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, σήμερα, στην αίθουσα Γερουσίας της Βουλής των Ελλήνων, με τον τίτλο «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου: Μνήμη, στρατηγική και διεθνοποίηση της ιστορικής ευθύνης».
Αναφέρθηκε εκτενώς στη «μαζική οργανωμένη δολοφονία και το βίαιο ξεριζωμό του ποντιακού λαού από τις πατρογονικές εστίες».
Χαρακτηριστικά, σημείωσε ότι η ημέρα απόβασης του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, σηματοδοτεί «την έναρξη της δεύτερης και πλέον αιματηρής φάσης αυτής της γενοκτονίας». Υπενθύμισε ότι ουσιαστικά η γενοκτονία είχε ξεκινήσει πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίστηκε «χωρίς πραγματική διακοπή επί εννιά συναπτά έτη».
Επρόκειτο, είπε, για «ένα σχέδιο με στόχο την εξαφάνιση των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Ασσυρίων, δηλαδή συνολικά του χριστιανικού στοιχείου από την ευρύτερη περιοχή». Χαρακτήρισε, δε, το έγκλημα «οργανωμένο, μελετημένο και κεντρικά καθοδηγούμενο σχέδιο».
Αναφερόμενος στους Νεότουρκους, είπε ότι ένα πατριωτικό κίνημα που ακολούθησε τις αρχές του ρομαντισμού του 19ου αιώνα για τη δημιουργία εθνικού κράτους, μετατράπηκε «όχι σε ένα θετικό εθνικό αφήγημα, αλλά σε ένα βίαιο, σκοτεινό, απεχθές αφήγημα εθνοκαθάρσεων».
Εξήγησε ότι «Πόντος σημαίνει θάλασσα» και ότι η περιοχή υπήρξε «κοιτίδα του οικουμενικού Ελληνισμού».
Όπως είπε η αναγνώριση της Γενοκτονίας από την Βουλή των Ελλήνων, συνιστά «πράξη αλήθειας και σεβασμού στους νεκρούς» και συμπλήρωσε: «Αλήθεια είναι η άρνηση της λήθης, της λησμονιάς».
Ο κ. Δένδιας σημείωσε επίσης ότι αρκετοί θεωρούν πως ο αριθμός των 353.000 θυμάτων είναι μικρότερος από τον πραγματικό, καθώς δεν περιλαμβάνει πολλά θύματα της πρώτης φάσης της γενοκτονίας.
Πλέον, πρόσθεσε, υπάρχουν στοιχεία, «ονόματα και αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες Ελλήνων, ξένων αλλά και Τούρκων για το οργανωμένο έγκλημα που συντελέστηκε στην καθ’ ημάς Ανατολή».
‘Ασκησε κριτική στις χώρες που θεωρούν ότι τέτοια ζητήματα αφορούν αποκλειστικά τους ιστορικούς «σαν η ιστορία να είναι ένα εργαστηριακό φαινόμενο» όπως είπε χαρακτηριστικά, που δεν αφορά «αίμα και οστά ανθρώπων, γυναίκες, παιδιά και συνανθρώπους μας».
Για τους Πόντιους, ο κ. Δένδιας είπε ότι «δεν απώλεσαν μέσα στον ξεριζωμό την ταυτότητά τους» αλλά την έφεραν μαζί τους και την προσέφεραν «ως ένα επιπλέον θεμέλιο λίθο στη νέα Ελλάδα».
Εξήγησε ότι οι Πόντιοι διακρίθηκαν στην οικονομία, στο εμπόριο, στις τέχνες, στα γράμματα αλλά και στις Ένοπλες Δυνάμεις, αποκαλύπτοντας ότι «δύο από τους τρεις αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων είναι Πόντιοι».
«Η οργανωμένη εξόντωση εθνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών ομάδων, δεν είναι εσωτερική υπόθεση οιοσδήποτε κράτους. Είναι ζήτημα διεθνούς ευθύνης. Είναι λογοδοσία απέναντι στο γένος του ανθρώπου. Η Ελλάδα γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα. Γνωρίζει ότι η υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας, του Διεθνούς Δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν είναι απλώς ηθική υποχρέωση. Αποτελεί όρο ειρηνικής συνύπαρξης. Συνιστά όρο διεθνούς τάξης και προϋπόθεση συλλογικής επιβίωσης. Σε μία εποχή κατά την οποία ο αναθεωρητισμός επιστρέφει, η βία κατά αμάχων εξανθρωπίζεται και η άρνηση ιστορικών εγκλημάτων αποκτά και πάλι επίσημη φωνή, η ιστορική μνήμη δεν είναι τελετουργία. Αποτελεί προειδοποίηση».
Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, η Παμποντιακή Ομοσπονδία και η Βουλή των Ελλήνων τίμησαν τον Απόστολο Κακλαμάνη, βραβεύοντάς τον για τη διαχρονική προσφορά του στον Ποντιακό Ελληνισμό.

Ο πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, υπογράμμισε μεταξύ άλλων, ότι η σημερινή μέρα «δεν είναι απλώς μια οδυνηρή επέτειος για ένα πολύτιμο εθνικό κεφάλαιο όπως ο Ποντιακός Ελληνισμός, αλλά μια αφορμή για ενωτική δράση».
Μιλώντας για τα 107 χρόνια από την τελευταία πράξη της τραγωδίας του Ποντιακού Ελληνισμού, ο κ. Κακλαμάνης τόνισε ότι το αίτημα για διεθνή αναγνώριση και αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας παραμένει «πιο επίκαιρο και επιτακτικό από ποτέ».
«Η Γενοκτονία των Ποντίων αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου και συστηματικού σχεδίου εξόντωσης των Ελλήνων της Ανατολής, που εφαρμόστηκε στη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη» σημείωσε.
Ανάμεσα στα άλλα, ο κ. Κακλαμάνης είπε ότι από το 1914 έως το 1923, περισσότεροι από 353.000 Πόντιοι έχασαν τη ζωή τους μέσα από διωγμούς, δολοφονίες, βασανιστήρια, εκτοπισμούς και καταναγκαστικά έργα.
Ο ίδιος υπενθύμισε πως οι διώξεις είχαν ήδη αποφασιστεί από το 1911 στο συνέδριο των Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη, ενώ επισήμανε ότι στόχος ήταν «ο ξεριζωμός των χριστιανικών πληθυσμών μέσα από ένα οργανωμένο σχέδιο αφανισμού».
Η υιοθέτηση του όρου από τον ΟΗΕ το 1948, καθιστά το τουρκικό κράτος «ιστορικά και διεθνώς υπόλογο για τις γενοκτονίες» ξεκαθάρισε ο κ. Κακλαμάνης ενώ συμπλήρωσε ότι «η επέτειος δεν αποτελεί μόνο ημέρα μνήμης και οδύνης, αλλά και αφορμή για ενότητα και κοινή δράση»:
«Η ιστορική δικαίωση αποτελεί χρέος απέναντι στις γενιές που χάθηκαν, αλλά και στις επόμενες γενιές» υπογράμμισε ο κ. Κακλαμάνης και κατέληξε τονίζοντας ότι όσοι αγνοούν την Ιστορία «κινδυνεύουν να τη ζήσουν ξανά».
Ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) Δημήτρης Κουτσούμπας, στο χαιρετισμό του τόνισε ότι οι Έλληνες του Πόντου ήταν ένας κρίκος στην αλυσίδα των θυμάτων «του ιμπεριαλισμού, του ανταγωνισμού, των αντιθέσεων του συστήματος».

«Η έννοια της πατρίδας για την αστική τάξη δεν είναι ακριβώς ίδια για την πατρίδα των εργαζόμενων» σημείωσε.
Επικαλούμενες το εθνικό συμφέρον, «οι κυβερνήσεις – όπως σήμερα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας – αυτή την αλήθεια» επιχειρούν να κρύψουν, πρόσθεσε, και υπογράμμισε ότι οι κυβερνήσεις εξυπηρετούν συμφέροντα «εφοπλιστών και μεγάλων ομίλων» που κερδίζουν εις βάρος του λαού.
Το ΚΚΕ, είπε ο κ. Κουτσούμπας, «είναι υπερήφανο γιατί από την πρώτη στιγμή στάθηκε στο πλευρό των ξεριζωμένων Ελλήνων του Πόντου» είπε και πρόσθεσε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας «πρωτοστάτησε να ενταχθούν οι Έλληνες του Πόντου στο λαϊκό κίνημα».
Ο πρόεδρος της Νίκης, Δημήτρης Νατσιός, στο χαιρετισμό του, αναφέρθηκε στο βιβλίο της κυρίας Ρεπούση, εξηγώντας ότι «κάπνισαν τα μάτια μου» διαβάζοντας για τον «συνωστισμό στη Σμύρνη».

«Για να εξαφανίσει κανείς ένα έθνος του αφαιρεί τη μνήμη, καταστρέφει την παιδεία, τα βιβλία, την ιστορία» είπε ο κ. Νατσιός αναφερόμενος σε βιβλίο του Μίλαν Κούντερα.
Για τον τρόπο που διδάσκεται σήμερα η Ιστορία, εξήγησε ότι «τα παιδιά μας πρέπει να γνωρίζουν Ιστορία». Αναφέρθηκε, δε, σε σειρά ηρωικών προσώπων του Ποντιακού Ελληνισμού και στην μονή της Παναγίας Σουμελά, ενώ υπογράμμισε ότι ως Νίκη «πορευόμαστε με την Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος σε ένα δρόμο με πανανθρώπινο στόχο: τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας, ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας».
Ο πρόεδρος της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος, Γιώργος Βαρυθυμιάδης, ανέδειξε την ανάγκη διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής. Εξήγησε ότι παρά τις αναγνωρίσεις της Γενοκτονίας των Αρμενίων το 1995 και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας το 1998 από την ελληνική Βουλή, παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ασσυρίων.

Ο κ. Βαρυθυμιάδης άσκησε κριτική στην ελληνική Πολιτεία, υποστηρίζοντας ότι αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα το αίτημα διεθνοποίησης του ζητήματος και αποφεύγει ουσιαστικές πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο.
Οι κυβερνήσεις, ανέλυσε, αναγνωρίζουν διαρκώς τη συμβολή του Ποντιακού Ελληνισμού στην ανάπτυξη της χώρας και τιμούν την ιστορική και πολιτιστική του κληρονομιά, δίχως, όμως, να προχωρούν σε στοχευμένες και συγκεκριμένες ενέργειες που θα προωθήσουν διεθνώς την αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Αναφέρθηκε εκτενώς στις θηριωδίες που διαπράχθηκαν την περίοδο 1914-1923, μίλησε για εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και ξεριζωμένους, κατεστραμμένα χωριά και εκκλησίες, εκτοπισμούς, βιασμούς, απαγωγές παιδιών, εμπρησμούς και εκτελέσεις.
Όλα αυτά, υποστήριξε, συνθέτουν ξεκάθαρα το έγκλημα της Γενοκτονίας, επισημαίνοντας ότι «τα θύματα έχουν όνομα, όπως όνομα έχουν και οι θύτες», κατονομάζοντας τους Νεότουρκους και τον Μουσταφά Κεμάλ.
Για την ελληνική κυβέρνηση, είπε ότι είχε δημιουργηθεί κλίμα αισιοδοξίας μετά τον χαιρετισμό του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τη Γενοκτονία το 2019, όταν είχε δηλώσει πως θα επιδιώξει να θέσει το θέμα της διεθνούς αναγνώρισης στα διεθνή fora.
Ωστόσο, πρόσθεσε, δεν υπήρξε συνέχεια σε επίπεδο πρωτοβουλιών.

Ο κ. Βαρυθυμιάδης χαρακτήρισε θετική εξέλιξη την εισαγωγή στα σχολεία του νέου εκπαιδευτικού βίντεο της Ομοσπονδίας για την ιστορία του Πόντου, με τη στήριξη της υπουργού Παιδείας, Σοφίας Ζαχαράκη, αλλά και τη διοργάνωση της εκδήλωσης στη Βουλή των Ελλήνων, με πρωτοβουλία του προέδρου της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη.
Μιλώντας για την παρουσία του υπουργού Εθνικής ‘Αμυνας, Νίκου Δένδια, ως κεντρικού εισηγητή, τόνισε ότι η συμμετοχή του αναβαθμίζει το κύρος και την πολιτική βαρύτητα της εκδήλωσης.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι ο αγώνας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση, σημειώνοντας πως πρόκειται, όχι μόνο για ελληνικό χρέος, αλλά για ζήτημα υπεράσπισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ιστορικής αλήθειας και της δικαιοσύνης.
Για την «Ιστορική Τριάδα των Γενοκτονιών» τοποθετήθηκαν εκπρόσωποι από την Αρμενική Εθνική Επιτροπή Ελλάδος, την Πανελλήνια Ένωση Ασσυρίων αλλά και την Ομοσπονδία Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος, ενώ σύντομο χαιρετισμό απηύθυνε και ο κυβερνήτης της AHEPA Hellas, Νίκος Δημητρόπουλος.
Το «παρών» έδωσαν, μεταξύ άλλων, πολλοί βουλευτές όλων των κομμάτων και εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων καθώς και μέλη ποντιακών οργανώσεων.
ΠΗΓΗ ΑΠΕ ΜΠΕ