Ο ιερέας που κάθεται απέναντί μου δεν είναι τυχαίος. Ιερουργεί εδώ και 46 ολόκληρα χρόνια στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου στην Καλάνδρα Χαλκιδικής. Χειροτονήθηκε πριν από πολλά χρόνια στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα και φέρει το όνομα του αγαπημένου μου αγίου: Νεκτάριος. Πατέρας Νεκτάριος, αν και οι χωριανοί του τον καλούν «γέροντα». Αρχισε την ποιμαντορική του διαδρομή από το Κάιρο. Και μετά «χάθηκε» για χρόνια στο έργο της ιεραποστολής στην Αιθιοπία, στα βάθη της Αφρικής , μέσα στη φτώχεια, αλλά οι κλιματολογικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την περαιτέρω παρουσία του εκεί.
Μικρασιάτης στην καταγωγή, από την Προύσα, με γονείς πρόσφυγες που έχασε νωρίς, έχει τη ρίζα του στον Μικρόκαμπο του Κιλκίς. Οπου στην αρχή γνώρισε τον ρατσισμό κατά των προσφύγων: «Στα ξένα είμαι Ελληνας και στην Ελλάδα ξένος». «Τουρκόσποροι» και λοιπές ανοησίες. Οταν γύρισε στην Ελλάδα από την Αιθιοπία, ο μητροπολίτης Κασσανδρείας Σινέσιος, στον οποίο τον γνώρισαν με άριστες συστάσεις, τον έστειλε το 1980 στην περιοχή της Καλάνδρας, στο πρώτο «πόδι» της Χαλκιδικής. Μια περιοχή πλούσια σε ιστορία, καθώς ήταν γεμάτη από Μετόχια Μονών του Αγίου Ορους όπως της Ιβήρων, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δεκάδες εγκαταλειμμένα ξωκλήσια. Η ιστορία της Ορθοδοξίας και του Εθνους ξεχείλιζε για όποιον ήθελε να τη διακρίνει. Στις εκκλησίες σώζονταν βυζαντινές εικόνες του 1600 μετά Χριστόν.
Η βιοτή του στην αρχή ήταν δύσκολη όσο ήταν διάκονος. Τα λεφτά ήταν πενιχρά. Αναγκάστηκε να εργαστεί εκείνα τα δύσκολα χρόνια, για να σηκώσει τον σταυρό του, ακόμα και στην εστίαση (στα μετόπισθεν της κουζίνας) ,ακόμα και ως κηπουρός σε σπίτια της περιοχής. Ταπείνωση, όπως μας δίδαξε ο Ιησούς. Αλλά δεν το έβαζε κάτω ποτέ. Κοιτούσε ψηλά στον ουρανό, πίστευε, δεν έχανε το φρόνημά του, «έχει ο Θεός κατά το θέλημά του» έλεγε. Εγινε ιερέας γιατί «ήταν ταμένος στην Παναγία», όπως μας
είπε, και πάντοτε πίστευε ότι «αρχηγός μας είναι ο Χριστός» και ότι «αν δεν έχουμε εξάρτηση από τα χρήματα, αυτό μας κάνει τελικά ευτυχισμένους». Οταν έφτασε το 1980 στην Καλάνδρα, η εκκλησία του έμοιαζε σκοτεινή. Απεριποίητη.
Σχετικά εγκαταλειμμένη. Η πέτρα που χτίστηκε εξωτερικά ήταν.. σοβαντισμένη. Μέσα υπήρχαν μόνο δύο σόμπες για να μπορούν να στέκονται και να ζεσταίνονται οι πιστοί στον δύσκολο χειμώνα. Η Αρχαιολογία δεν τον άφηνε να τη φτιάξει. Μέχρι που ράγισε το καμπαναριό έπειτα από επίσκεψη των ρίχτερ. Τα εμπόδια εξαφανίστηκαν. Αρχισε να εργάζεται για να τη φέρει στο σημείο που να πρέπει στην Παναγία μας, τη μάνα μας, και, 46 χρόνια μετά, σήμερα, η εικόνα είναι μιας εκκλησίας-στολίδι που με τη σημαία μας και τον δικέφαλο αετό του Βυζαντίου εκπέμπει άπειρη αγάπη. Αυτό αισθάνεσαι όταν μπαίνεις στο εσωτερικό της, ανάβεις κερί σε έναν χώρο απομόνωσης που σου επιτρέπει να προσευχηθείς και καταλήγεις να προσκυνήσεις μπροστά σε ένα αντίγραφο εικόνας της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας από την ξακουστή εικόνα που ήρθε με άδεια από το εκεί Πατριαρχείο για τον Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου στην Καλάνδρα. Η μορφή του γέροντα Νεκτάριου στέκει στιβαρή και αυστηρή στην ωραία πύλη. Με το μάτι του, την ώρα της παράκλησης ή της θείας λειτουργίας, μπορεί και εντοπίζει κάθε νέο και νέα προσκυνητή και προσκυνήτρια.
Ραντάρ. Στην παράκληση, ελλείψει ανδρών ψαλτών τις καθημερινές, το ψαλτήρι καταλαμβάνει μια υπέροχη ομάδα από γυναίκες ψαλμωδούς – το έχω δει και στην Αντίπαρο στην ομώνυμη επίσης εκκλησία της Παναγίας, όπου ο παπα-Μάρκος και μετά την εκδημία του κυρ-Μιχάλη του ψάλτη επέλεξε, αν τυχόν δεν είναι παρών τις καθημερινές ο λεβέντης Γιώργης ή ο δάσκαλος ο Παναγιώτης (είναι συνήθως), αυτήν την οδό. Είναι ευλογημένη. Καταλαβαίνεις ότι αυτός ο ψηλός και λεπτός άνθρωπος, ο γέροντας Νεκτάριος, δεν είναι τυχαίος από τέσσερα πράγματα:
-Το πρώτο, μετά το τέλος της λειτουργίας (και της παράκλησης), πάντοτε τον περιμένουν πιστοί να ολοκληρώσει την κατάλυση, δηλαδή την κατάποση της θείας κοινωνίας που τυχόν περίσσεψε, για να βγει από το ιερό να τους συναντήσει και να τους συμβουλέψει. Πολλοί πιστοί. Επώνυμοι (διατηρούσε γνωριμία με τη Μαρινέλλα και τώρα με την αδελφή της) και ανώνυμοι. Κι από μακριά, όπως τον κοιτούσα να τους μιλά, έβλεπα ένα ωραίο φως στο πρόσωπό του. Στα μάτια του.
– Το δεύτερο είναι η προσήλωσή του στους κανόνες του δόγματος, αλλά με τρόπο που γίνεται κατανοητός από τους πιστούς και όχι καταναγκαστικός. Επειδή μιλά δυνατά, γιατί δεν έχει να κρύψει κάτι, αν και τον παρακολουθούσα από απόσταση, αναγκαστικά άκουγα. Ρωτούσε με ευγένεια έναν πιστό που πήγε να τον συναντήσει για να του ζητήσει εξομολόγηση αν έχει πνευματικό και, εφόσον έχει πνευματικό, γιατί δεν εξομολογείται σε εκείνον. «Τον γιατρό που μας κάνει μία διάγνωση για κάποιο πρόβλημα που έχουμε τον αλλάζουμε και πηγαίνουμε σε άλλον;» του έλεγε χαμογελαστός. Μα στο τέλος δεν του αρνήθηκε. «Ελα αύριο να παρακολουθήσεις την παράκληση και μετά την παράκληση θα τα πούμε!» Μια κυρία ζητούσε ευχή για το νεογέννητο εγγόνι της, που όμως είχε ήδη σαραντίσει. Ενώ έπρεπε να ευλογηθεί την έβδομη και την όγδοη μέρα. «Να μου το φέρετε» της έλεγε με ευγένεια, «αλλά θα πρέπει να το ευλογήσω με το όνομά του πλέον! Εχετε βρει όνομα;». Είχαν. Μία άλλη κυρία κρατούσε την Αγία Γραφή για να διαβάζει το ευαγγέλιο την ώρα της θείας λειτουργίας απευθείας. Παρατήρησε στην αρχή με αυστηρότητα, μετά όμως με άπειρη αγάπη: «Αυτή είναι καθολική συνήθεια! Το Ευαγγέλιο είναι αποστολή των ιερέων να το διαβάζουμε και εσάς να το ακούτε!».
Ο τρίτος λόγος είναι όσα ακούσαμε στην παράκληση της Παρασκευής. Ο ιερέας μίλησε για τον σταυρό που σηκώνει ( και μάλιστα το είπε δύο φορές) για τη διάσωση του πληρώματός του. Το οποίο ως φάνηκε από την προσέλευση το έχει συσπειρωμένο, καθώς και τον σέβεται και τον αγαπά. Σπανίως ακούς εξομολογήσεις ιερέων δημοσίως. Ο ίδιος σηκώνει αυτόν τον σταυρό «στο όνομα της Παναγίας, που είναι η μάνα μας» όπως είπε, με την αμέριστη συμπαράσταση του μητροπολίτη του Κασσανδρείας Νικοδήμου, και φαίνεται να τα καταφέρνει καλά. Διανύοντας την όγδοη δεκαετία της ζωής του, είναι αειθαλής και φαίνεται πως έχει να προσφέρει πολλά ακόμη στην εκκλησία μας (έχει ήδη αναστήσει όλα τα γκρεμισμένα ξωκλήσια και έχει χτίσει τον Αη Γιώργη), με πρώτο την ολοκλήρωση του ναού της ανέγερσης του Αγίου Νεκταρίου, που φέρει το όνομά του αλλά και τα βάσανά του. Δεκαεπτά φορές τον έστειλαν στο δικαστήριο κάποιοι, όταν εμφανίστηκε πρώτη φορά στην περιοχή και έσωσε τις εκκλησιές με τις βυζαντινές εικόνες. Δεκαεπτά φορές αθωώθηκε. Και παρότι πέρασε μεγάλη περιπέτεια με την υγεία του, ευγνωμονώντας τον άγιό του, που τον έσωσε, του άνοιξε και παρεκκλήσι στο Κάιρο, όπου θήτευσε, αλλά και ανεγείρει τώρα εκκλησία στη χάρη του στην ενορία του. Με τι χρήματα; Με δωρεές και με… το εφάπαξ του! Κοντεύει. Το τέμπλο έχει μείνει. Να βοηθήσουμε!
Ο τέταρτος λόγος για τον οποίο αυτός ο άνθρωπος δεν είναι τυχαίος είναι γιατί, όταν μας ανοίχτηκε κάπως, μας αποκάλυψε ότι νοσηλεύτηκε μαζί με τον άγιο Παΐσιο στο ίδιο νοσοκομείο και τον γνώρισε, ότι γνώρισε στην Κλεισούρα την Πόντια Αγία Σοφία της Υπομονής, ότι γνώρισε επίσης εν ζωή τον άγιο Νικόδημο. Ευλογημένος άνθρωπος. Και πρόλαβε να μιλήσει με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο στους διαδρόμους του Αρεταίειου, όταν ήταν πάνω στο φορείο όπου ο μακαριστός του έκανε μια σπάνια εξομολόγηση για τα περιβάλλοντα των αρχιερέων. «Τους γύρω».
Γράφω σήμερα της Παναγίας το σημείωμα γι’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο, που στα 80 του χρόνια δεν το βάζει κάτω και υπηρετεί με πάθος, σθένος και αγάπη τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους μας, γιατί νομίζω ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να γιορτάσουμε τη Θεοτόκο μας. Μέσα από τα τα γλυκά ευαίσθητα μάτια του, τη σκέψη του, την αγάπη του για την Ελλάδα και για τον περιούσιο λαό του Χριστού, τους Ελληνες, και πριν και πάνω απ’ όλα την αγάπη του και την ορθοδοξία, μας κάνει να αισθανόμαστε οι πιο πλούσιοι άνθρωποι του κόσμου. Μιλά απλά, ξεκάθαρα, κατανοητά, φαινομενικά αυστηρά, τελικώς αγιασμένα. Είναι ο λόγος που μας αναπαύει. Γιατί μας δείχνει τον δρόμο: Να μη φοβάσαι την Ελλάδα όσο έχει ρίζες. Και θωρώντας αυτόν τον άνθρωπο στο αρχονταρίκι της Παναγίας Κοιμήσεως ,περιστοιχισμένο από την Ευφροσύνη που του στέκεται σαράντα χρόνια, την Περσεφόνη, τη Μάρθα, την Ευφημία και άλλους χωριανούς του, σκέφτομαι ότι η πνευματική σπορά του σε αυτό το ωραίο χωριό της Μακεδονίας, με τα ωραία πέτρινα σπίτια και θέα τη Φούρκα. έχει ήδη καρπίσει για τα πολλά επόμενα χρόνια. Χρόνια πολλά στη Μεγαλόχαρή μας!

