Για σημαντικές στρεβλώσεις που δημιουργούν προβλήματα τόσο στις εταιρίες όσο και στους καταναλωτές κάνει λόγο η Επιτροπή Ανταγωνισμού στην κλαδική έρευνα για την ακτοπλοΐα, που δημοσιεύτηκε χθες. Η έρευνα αναδεικνύει τις βαθιές δομικές παθογένειες που κρατούν τις τιμές των εισιτηρίων σε υψηλά επίπεδα και δυσχεραίνουν τη σύνδεση των νησιών, με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) Διονύση Θεοδωράτο να ζητά με παρέμβασή τους πρόσθετα μέτρα για την κυβέρνηση, με αφορμή την πρόσφατη νέα εκτόξευση των τιμών των καυσίμων.
Σύμφωνα με τα πορίσματα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, οι υψηλοί ναύλοι και τα προβλήματα του κλάδου δεν οφείλονται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε έναν συνδυασμό στρεβλώσεων, όπως η υψηλή συγκέντρωση της αγοράς, όπου λίγοι μεγάλοι «παίκτες» ελέγχουν τα βασικά και πιο προσοδοφόρα τμήματα του δικτύου. Επιπλέον, διαπιστώνονται σημαντικές δυσκολίες για την είσοδο νέων ή μικρότερων εταιριών στο παιχνίδι. Σε αυτό το πλαίσιο προστίθενται ο γερασμένος στόλος, με την ανάγκη ανανέωσης και πράσινης μετάβασης των πλοίων να είναι επιτακτική, ενώ αντίστοιχη είναι και η εικόνα με τις λιμενικές υποδομές.
Ο πρόεδρος του ΣΕΕΝ, μιλώντας στο 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών – ITC 2026, χτυπά καμπανάκι κινδύνου, καθώς η τιμή του ναυτιλιακού καυσίμου από περίπου 600 ευρώ ανά τόνο στις αρχές του 2026 έχει πλέον φτάσει στα 1.300 ευρώ, τη στιγμή που τα καύσιμα αντιπροσωπεύουν περίπου το 52% του συνολικού λειτουργικού κόστους των ακτοπλοϊκών εταιριών.
Σύμφωνα με τον κ. Θεοδωράτο, το κόστος καυσίμων, το οποίο θα διαμορφωνόταν περίπου στα 400 εκατ. ευρώ, με βάση τις σημερινές τιμές και τις διεθνείς προβλέψεις μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 700 εκατ. ευρώ.
Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα που παρέθεσε: Ενα δρομολόγιο Ραφήνα – Μύκονος, το οποίο τον Ιανουάριο κόστιζε περίπου 19.000 ευρώ, σήμερα απαιτεί περίπου 40.000 ευρώ. Αντίστοιχα, το κόστος για το Πειραιάς – Ρόδος, μέσω Πάτμου, Λέρου και Κω, έχει αυξηθεί από περίπου 100.000 σε 200.000 ευρώ.
