Με ιδιαίτερα έντονο ύφος αντέδρασε το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών απέναντι στην ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία εγκρίθηκε την Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026. Η Άγκυρα επιχειρεί να αποδομήσει το περιεχόμενο της έκθεσης, επιστρατεύοντας σκληρή ρητορική και αποδίδοντας τις ευρωπαϊκές επικρίσεις σε σκοπιμότητες.
Συγκεκριμένα, η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι το κείμενο στερείται αντικειμενικότητας, καθώς «περιέχει εκτιμήσεις που βασίζονται σε αβάσιμους ισχυρισμούς και παραπληροφόρηση από κύκλους εχθρικούς προς τη χώρα μας και δεν συνάδουν με τα γεγονότα». Από το τουρκικό ΥΠΕΞ επισημαίνεται ότι η σύνταξη της έκθεσης υπακούει σε μια προσχεδιασμένη πολιτική σκοπιμότητα «που αντανακλά τα ιδεολογικά κλισέ ορισμένων μελών του ΕΚ», με ξεκάθαρο στόχο να υπονομευθεί το θετικό κλίμα που επιχειρείται να διαμορφωθεί στις διμερείς σχέσεις.
Παράλληλα, η Άγκυρα συνδέει ευθέως την ευρωπαϊκή κριτική με ζητήματα ασφαλείας, ισχυριζόμενη ότι «αυτή η προσέγγιση, η οποία παρέχει έδαφος σε τρομοκρατικές οργανώσεις και κύκλους εχθρικούς προς την Τουρκία, αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο μακριά βρίσκεται το ΕΚ από την παρουσίαση ενός στρατηγικού οράματος για το μέλλον των σχέσεων Τουρκίας-ΕΕ».
Τέλος, η τουρκική διπλωματία υψώνει τείχος προστασίας γύρω από το δικαστικό της σύστημα, ξεκαθαρίζοντας: «Απορρίπτουμε κατηγορηματικά και με τον πιο έντονο τρόπο τη στοχοποίηση του αξιότιμου Υπουργού Δικαιοσύνης μας με αβάσιμες κατηγορίες, μέσω της διαστρέβλωσης των νομικών διαδικασιών που διεξάγονται από την ανεξάρτητη τουρκική δικαιοσύνη. Η τουρκική δικαιοσύνη δεν δέχεται καμία παρέμβαση από οποιονδήποτε διεθνή θεσμό, εξωτερικό παράγοντα ή πολιτικό κύκλο».
Τα βασικά σημεία της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Η ετήσια έκθεση για την Τουρκία εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία (381 υπέρ, 107 κατά, 171 αποχές), αποτυπώνοντας τη μεγάλη απόσταση της χώρας από τις ευρωπαϊκές αξίες.
Αναφορικά με την ενταξιακή πορεία, υπογραμμίζεται ότι λόγω της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης και της δεινής κατάστασης στο κράτος δικαίου, «η διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ δεν μπορεί να επανεκκινηθεί υπό τις υπάρχουσες συνθήκες», με τον εισηγητή Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ να χαρακτηρίζει την Τουρκία μια «πραγματικά αυταρχική χώρα».
Στα ελληνοτουρκικά και τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου, αν και χαιρετίζεται ο διμερής διάλογος όπως η σύνοδος Μητσοτάκη-Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2026, καταδικάζεται απερίφραστα η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», η διατήρηση του casus belli κατά της Ελλάδας και η παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου. Το κείμενο κάνει ρητή αναφορά στο νόμιμο δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, ενώ επικρίνει τις παραβιάσεις του εναέριου χώρου, την εργαλειοποίηση των NAVTEX, τις παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκά έργα όπως ο Great Sea Interconnector και ο EastMed, καθώς και το παράνομο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο.
Σχετικά με το Κυπριακό, επαναβεβαιώνεται η πάγια θέση για λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ, καταδικάζονται οι μονομερείς ενέργειες στα Βαρώσια και ο σφετερισμός ελληνοκυπριακών περιουσιών, ενώ ζητείται η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων.
Στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Ευρωκοινοβούλιο ζητά τον σεβασμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την προστασία των μειονοτήτων σε Ίμβρο και Τένεδο, καθώς και την άμεση εφαρμογή των αποφάσεων της UNESCO για την προστασία μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς, όπως η Αγία Σοφία και η Μονή Παναγίας Σουμελά, που έχουν υποστεί βανδαλισμούς.