Ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο για μια σύντομη, ολιγόωρη στάση του Αμερικανού υπουργού Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, στην ελληνική πρωτεύουσα. Η επίσκεψη αναμένεται να πραγματοποιηθεί είτε μία ημέρα πριν είτε αμέσως μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όπου ο Χέγκσεθ θα συνοδεύει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με την «Καθημερινή», η προοπτική αυτή είχε έρθει για πρώτη φορά στο προσκήνιο πριν από μερικούς μήνες, με σχετική δημοσιοποίηση από την πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, η οποία διατηρεί στενούς φιλικούς δεσμούς με τον υπουργό. Μάλιστα, η ίδια είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο και στη διοργάνωση της προηγούμενης συνάντησης του Χέγκσεθ με τον Νίκο Δένδια στις 4 Φεβρουαρίου.
Εφόσον το εγχείρημα υλοποιηθεί, η παρουσία του Αμερικανού αξιωματούχου δεν θα έχει τον χαρακτήρα επίσημης επίσκεψης, κυρίως για να αποφευχθούν οι χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες προετοιμασίας. Παρά το στενό χρονικό περιθώριο των 2-3 ωρών, ο Χέγκσεθ προγραμματίζεται να έχει επαφές τόσο με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας όσο και με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Πάντως, η έλλειψη επίσημης ενημέρωσης μέχρι τις προηγούμενες ώρες αποτυπώνει τις πρακτικές δυσκολίες του συντονισμού.
Τα σενάρια για το σημείο επαφής
Λόγω των αυστηρών προδιαγραφών ασφαλείας, οι επιλογές για την τοποθεσία της συνάντησης είναι εξαιρετικά συγκεκριμένες. Οι αρχικοί σχεδιασμοί του Χέγκσεθ επικεντρώνονταν στη βάση της Σούδας, προκειμένου να επιθεωρήσει τις εκεί αμερικανικές δυνάμεις, δεδομένου ότι η Κρήτη αποτελεί διαχρονικά τον στρατηγικό πυλώνα της Ουάσιγκτον στην περιοχή.
Οι διεργασίες αυτές εξελίσσονται υπό ένα τελείως διαφορετικό δόγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν δείχνει να δεσμεύεται από την παραδοσιακή διπλωματική ανάγκη τήρησης ίσων αποστάσεων ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα. Η παρουσία της αμερικανικής ηγεσίας στην Τουρκία συνδέεται άμεσα με μια πολυμερή διάσκεψη 32 κρατών-μελών, αν και θα περιλαμβάνει τετ α τετ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Στην παρούσα φάση, η προσοχή του Λευκού Οίκου στρέφεται πρωτίστως στην αποτροπή μιας περαιτέρω ρήξης στις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.