Με την άνοδο της θερμοκρασίας της θάλασσας το καλοκαίρι και την αύξηση των καυσώνων, δημιουργούνται ιδανικές συνθήκες για την εξάπλωση ορισμένων βακτηρίων.
Ένα από αυτά είναι το βακτήριο Vibrio, το οποίο συναντάται φυσιολογικά σε παράκτιες περιοχές όπου το θαλασσινό νερό συναντά το γλυκό.
Παρόλο που το Vibrio έχει έρθει πιο έντονα στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα, δεν πρόκειται για κάτι νέο. Οι επιστήμονες το έχουν μελετήσει για χρόνια. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή και η αύξηση της θερμοκρασίας των θαλασσών έχουν επιτρέψει στο βακτήριο να επεκτείνει την παρουσία του σε περισσότερες περιοχές και για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.
Το Vibrio ανήκει σε μια ομάδα βακτηρίων που ευδοκιμούν σε θερμά ή εύκρατα νερά με μέτρια αλατότητα. Οι λοιμώξεις από αυτό, γνωστές ως vibriosis, μπορεί να προκληθούν με δύο βασικούς τρόπους. Είτε μέσω κατανάλωσης ωμών ή ελλιπώς μαγειρεμένων θαλασσινών, κυρίως οστρακοειδών, είτε όταν το βακτήριο εισχωρήσει μέσω ανοιχτού τραύματος που έρχεται σε επαφή με μολυσμένο νερό.
Αξίζει να σημειωθεί, όπως σημειώνει το iatropedia.gr, ότι ενώ δύο συγκεκριμένα στελέχη του βακτηρίου προκαλούν τη χολέρα, τα περισσότερα είδη Vibrio δεν σχετίζονται με αυτή τη νόσο.
Τα συμπτώματα εξαρτώνται από τον τρόπο μόλυνσης. Σε περίπτωση επαφής με μολυσμένο νερό κατά τη διάρκεια κολύμβησης, το βακτήριο μπορεί να προκαλέσει λοιμώξεις στα αυτιά, σε ανοιχτές πληγές, με ερυθρότητα, πόνο και πρήξιμο στο σημείο. Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) προειδοποιεί πως εάν μια λοίμωξη σε τραύμα δεν αντιμετωπιστεί γρήγορα, μπορεί σπάνια να εξελιχθεί σε σοβαρή μόλυνση του αίματος ή νεκρωτική απονευρωσίτιδα.
Ειδική προσοχή χρειάζεται στο Vibrio vulnificus, γνωστό και ως «σαρκοφάγο» βακτήριο, που αν και σπάνιο, μπορεί να προκαλέσει γρήγορη και σοβαρή επιδείνωση, ιδιαίτερα σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα ή χρόνια ηπατική νόσο.
Παρά το γεγονός ότι οι λοιμώξεις από Vibrio στην Ευρώπη παραμένουν σπάνιες, παρατηρείται αύξηση των περιστατικών, ειδικά σε περιοχές γύρω από τη Βαλτική Θάλασσα μετά από παρατεταμένους καύσωνες. Το 2018 καταγράφηκαν 445 κρούσματα, αριθμός που υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο των ετών 2014-2017, σύμφωνα με το ECDC.
Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) εκτιμά ότι η αύξηση της θερμοκρασίας του θαλασσινού νερού θα ενισχύσει την παρουσία του βακτηρίου τόσο στα νερά όσο και στα θαλασσινά.
Οι ομάδες που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων είναι άτομα με αδύναμο ανοσοποιητικό, ασθενείς με χρόνια ηπατική νόσο και όσοι έχουν ανοιχτά τραύματα ή πρόσφατα piercings. Για αυτούς συνίσταται να αποφεύγουν την κολύμβηση σε θαλασσινά ή υφάλμυρα νερά μέχρι να επουλωθούν πλήρως οι πληγές.
Για προστασία, οι υγειονομικές αρχές συστήνουν να αποφεύγεται η κατανάλωση ωμών ή μισομαγειρεμένων οστρακοειδών, να μαγειρεύονται καλά τα θαλασσινά, να αποφεύγεται η επαφή ανοιχτών πληγών με θαλασσινό ή υφάλμυρο νερό, και να καλύπτονται καλά τα τραύματα πριν το μπάνιο.
Το ECDC παρακολουθεί τις περιοχές στην Ευρώπη όπου ευνοούνται οι συνθήκες ανάπτυξης του βακτηρίου, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να εντοπίζονται στη Βαλτική, στη Μαύρη Θάλασσα και σε παράκτιες περιοχές μεγάλων ποταμών. Η παρουσία του βακτηρίου δεν σημαίνει αυτόματα ότι όποιος κολυμπά θα νοσήσει, όμως η ενημέρωση και τα προληπτικά μέτρα μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο, ειδικά για τις ευπαθείς ομάδες.
