Παρά το μαύρο κι άραχλο στιλ της χθεσινής στήλης, παραδόξως ζητήθηκε από αναγνώστες η συνέχεια του μίνι αφιερώματος στο τι μας περιμένει στην επιστροφή από τις θερινές διακοπές. Λάβετε τη συνέχεια, λοιπόν.
Αριβάραμε αισίως και απαισίως στη 18η Αυγούστου. Ο Σεπτέμβριος καταφθάνει σαν δήμιος. Μακάβριο και συνάμα βαρετό το έργο του. Η αυλαία έπεσε, η ορχήστρα σίγησε και το σκληρό φως της λογικής αποκαλύπτει τη μεγάλη απάτη. Οσα όνειρα υφάνθηκαν κάτω από τ’ άστρα του Ιουνίου, του Ιουλίου με τις κυνάδες μέρες του και των αρχών του τρέχοντος μηνός, οι υποσχέσεις για μια νέα αρχή, οι όρκοι για παντοτινή ελευθερία, οι ψευδαισθήσεις μιας αιώνιας δραπέτευσης, κείτονται τώρα σαν ξεραμένα φύλλα, πατημένα από το βαρύ, λασπωμένο βήμα της καθημερινότητας. Η ματαίωση είναι ολοκληρωτική. Το καλοκαίρι δεν ήταν παρά ένας πυρετός που πέρασε, αφήνοντας τον ασθενή ακόμα πιο ανήμπορο.
Η πόλη σε λίγο θα ξυπνήσει μέσα σε μια ομίχλη από γκριζωπή σκόνη και αιθάλη. Οι δρόμοι, στενοί σαν διάδρομοι κοιμητηρίων, θα πλημμυρίσουν από οχήματα και πρόσωπα σκυθρωπά, αιχμάλωτα μιας αόρατης αλυσίδας. Η επιστροφή είναι αλλαγή σκηνικού και ταυτόχρονα η επανάληψή του. Είναι και μια κατάδυση στην κόλαση του τετριμμένου. Τα θρανία περιμένουν ψυχρά και πανέτοιμα να μαντρώσουν τη φαντασία των παιδιών. Τα γραφεία είναι τραπεζάκια στα καπηλειά του χρήματος όπου η ανθρώπινη σάρκα καταναλώνεται για το τίποτα ή σχεδόν γι’ αυτό. Και το χειρότερο ποιο είναι; Αν είχες όλες τις ώρες του κόσμου, δεν θα ήξερες τι να κάνεις με δαύτες και θα τις χάλαγες χάσκοντας μπροστά από την οθόνη του κινητού σου.
Και οι λογαριασμοί, που αναφέραμε χθες, αυξάνονται σαν τα κρούσματα λοιμού. Κάθε φάκελος που ανοίγει είναι μια πληγή, κάθε νούμερο μια σαρκαστική υπενθύμιση της γυμνής, οικονομικής εξαθλίωσης. Ο κακορίζικος κοιτάζει τα χέρια του: άδεια από άμμο, γεμάτα από το βάρος των υποχρεώσεων.
Η ψυχή σέρνεται στους διαδρόμους των υποχρεώσεων, ενώ το φθινοπωρινό αγέρι ψιθυρίζει έναν σαρκαστικό επικήδειο. Η προσδοκία της λύτρωσης πέθανε στη σοδειά του Αυγούστου. Τώρα, το μόνο που απομένει είναι η αργή, βασανιστική υποταγή στον ρυθμό της μηχανής. Ο Σεπτέμβριος σφραγίζει την ταφόπλακα των ψευδαισθήσεων.

Από τη στήλη «Ηρεμολόγιο» της «Δημοκρατίας»

