Η Γαλλία δεν περιμένει πλέον την προεδρική κάλπη του 2027 για να αποφασίσει το μέλλον της. Η κρίσιμη μάχη έχει ήδη αρχίσει, στους δρόμους, στα νοικοκυριά, που ασφυκτιούν από την ακρίβεια, στα σχολεία, που διαμαρτύρονται, στις αγορές, που απαιτούν ολοένα υψηλότερο τίμημα για να δανείσουν το γαλλικό κράτος, και, κυρίως, σε μια κοινωνία που δείχνει να χάνει την εμπιστοσύνη της στο πολιτικό σύστημα. Πάνω σε αυτό το κύμα οργής και αγανάκτησης στέκεται η Μαρίν Λεπέν, η οποία σε επτά μήνες θα διεκδικήσει εκ νέου -κι αυτή τη φορά με περισσότερες αξιώσεις από ποτέ, όπως προκύπτει και δημοσκοπικά- την είσοδό της στο Ελιζέ.
Η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε μια από τις δυσκολότερες πολιτικές και οικονομικές περιόδους της μεταπολεμικής Ιστορίας της. Αλλά πλέον δεν πρόκειται για ακόμα μία κυβερνητική κρίση, ούτε για απλώς για έναν δύσκολο προϋπολογισμό που πριν φτάσει μέχρι τις εκλογές θα πρέπει να περάσει (ή μήπως να επιβάλει) η καταστροφική προεδρία Μακρόν. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε ένα κράτος που πρέπει επειγόντως να περιορίσει τα ελλείμματά του και σε μια κοινωνία που δεν αντέχει να πληρώσει το κόστος της προσαρμογής.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί προειδοποιεί ότι η πραγματικότητα προλαβαίνει την πολιτική. Και η πραγματικότητα είναι σκληρή: το γαλλικό δημόσιο χρέος έχει φτάσει περίπου στα 3,6 τρισ. ευρώ, στο 119% του ΑΕΠ, ενώ το κόστος δανεισμού έχει εκτοξευτεί. Η κυβέρνηση βρίσκεται έτσι υποχρεωμένη να αναζητήσει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε περικοπές και εξοικονομήσεις, ακριβώς τη στιγμή που η χώρα μπαίνει στην τελική ευθεία για τις προεδρικές εκλογές του 2027. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους. Είναι η δυναμική του. Το γαλλικό κράτος χρειάζεται ολοένα περισσότερα χρήματα για να εξυπηρετήσει το χρέος του, ενώ η οικονομία αναπτύσσεται με χαμηλούς ρυθμούς.
Η εξυπηρέτηση του χρέους εκτιμάται ότι θα απαιτήσει περίπου 91 δισ. ευρώ το 2027. Χρήματα που δεν μπορούν να κατευθυνθούν σε νοσοκομεία, σχολεία, κοινωνικές παροχές ή επενδύσεις. Και κάπου εδώ αρχίζει ο γαλλικός φαύλος κύκλος.
Για να καθησυχάσει τις αγορές, το Παρίσι πρέπει να περιορίσει τις δαπάνες. Για να περιορίσει τις δαπάνες, πρέπει να αγγίξει συντάξεις, κοινωνικές παροχές, μισθούς και δημόσιες υπηρεσίες. Οσο, όμως, αυξάνεται η πίεση στην κοινωνία τόσο ενισχύεται η πολιτική αντίδραση. Και όσο ενισχύεται η πολιτική αβεβαιότητα, τόσο περισσότερο οι αγορές απαιτούν υψηλότερο επιτόκιο από τη Γαλλία. Είναι ένας φαύλος κύκλος που δεν αφορά πλέον μόνο τους οικονομολόγους. Εχει αρχίσει να καθορίζει την καθημερινότητα των Γάλλων.
Οι κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημάδι. Δημόσιοι υπάλληλοι, συνδικάτα και μαθητές βγαίνουν στους δρόμους, την ώρα που η κυβέρνηση προετοιμάζει έναν προϋπολογισμό λιτότητας. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις, μάλιστα, συνδέονται με την κατάσταση των σχολείων, την έλλειψη πόρων και τις πιέσεις που δέχεται η δημόσια εκπαίδευση. Εκατοντάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί και δεκάδες έχουν τραυματιστεί. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά επικίνδυνο πολιτικό μείγμα. Η γαλλική κοινωνία δεν αντιδρά μόνο σε έναν συγκεκριμένο νόμο ή σε μία περικοπή. Αντιδρά σε μια συνολική αίσθηση υποβάθμισης. Ακριβή ενέργεια. Ακριβότερα τρόφιμα. Ακριβότερη στέγη. Πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες. Αβεβαιότητα για τις συντάξεις. Αίσθηση ότι το κράτος ζητά συνεχώς θυσίες. Η ενεργειακή κρίση, που ξεκίνησε ως γεωπολιτικό σοκ, έχει μετατραπεί έτσι σε κοινωνική κρίση. Οι υψηλές τιμές ενέργειας διαπερνούν ολόκληρη την οικονομία και τροφοδοτούν τον πληθωρισμό. Η Γαλλία δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό το ευρωπαϊκό κύμα, το οποίο επηρεάζει ταυτόχρονα τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα η Μαρίν Λεπέν δεν χρειάζεται να δημιουργήσει την κρίση. Την κρίση τη δημιουργεί ήδη η πραγματικότητα. Η δική της δουλειά είναι να πείσει τους Γάλλους ότι εκείνη μπορεί να εκφράσει την οργή τους. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για το γαλλικό πολιτικό κέντρο που φαίνεται αδύναμο να αντιδράσει. Η άνοδος της Λεπέν δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της μεταναστευτικής πολιτικής ή μιας πολιτισμικής σύγκρουσης. Εχει βαθύτερη οικονομική βάση. Οταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η οικονομία δεν τους προσφέρει ασφάλεια, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες υποχωρούν και ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να ελέγξουν την ακρίβεια, η ψήφος διαμαρτυρίας αποκτά πολύ μεγαλύτερη δυναμική. Το πολιτικό κενό που αφήνει ο Μακρόν κάνει την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη. Η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης το 2024 δημιούργησε ένα κατακερματισμένο Κοινοβούλιο, χωρίς σταθερή πλειοψηφία. Σήμερα, κανένα πολιτικό στρατόπεδο δεν μοιάζει να διαθέτει την απαραίτητη ισχύ για να επιβάλει εύκολα ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Η Γαλλία, όμως, δεν έχει χρόνο. Η κυβέρνηση χρειάζεται να εξοικονομήσει περίπου 54 δισ. ευρώ προκειμένου να συγκρατήσει το έλλειμμα. Οι περικοπές αφορούν δαπάνες του κράτους, μισθούς, συντάξεις και φορολογικές ελαφρύνσεις, ενώ την ίδια στιγμή οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται.
Σε κρίση και το «σωσίβιο» της Γερμανίας
Πίσω από τη Γαλλία βρίσκεται η Γερμανία, αλλά όχι η Γερμανία που γνώριζε η Ευρώπη των προηγούμενων δεκαετιών. Το Βερολίνο αντιμετωπίζει τη δική του κρίση. Η βιομηχανική παραγωγή πιέζεται, η ενεργειακή ανασφάλεια έχει αυξήσει το κόστος, η αυτοκινητοβιομηχανία δοκιμάζεται από τον κινεζικό ανταγωνισμό και η χώρα χρειάζεται τεράστιες επενδύσεις στις υποδομές. Παράλληλα, η κυβέρνηση Μερτς αυξάνει δραστικά τις αμυντικές δαπάνες, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τον χώρο για κοινωνικές πολιτικές.
Και η ίδια κοινωνική δυσαρέσκεια που στη Γαλλία τροφοδοτεί τη Λεπέν, στη Γερμανία τροφοδοτεί το AfD. Η Ακροδεξιά αξιοποιεί την αντίδραση στη μετανάστευση, στην ακρίβεια, στις περικοπές και στην οικονομική αβεβαιότητα. Αυτό είναι το ευρωπαϊκό φόντο της γαλλικής κρίσης: οι δύο μεγαλύτερες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις της ηπειρωτικής Ευρώπης αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα οικονομικές πιέσεις και βαθιά πολιτική πόλωση.
Η Γαλλία, όμως, είναι αυτή που βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο. Το 2027 δεν θα είναι απλώς μια εκλογή διαδόχου του Μακρόν. Θα είναι δημοψήφισμα για το ίδιο το γαλλικό μοντέλο, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις ίδιες τις Βρυξέλλες. Πόσο κοινωνικό κράτος μπορεί να αντέξει μια χώρα με χρέος 120% του ΑΕΠ; Πόσο μπορεί να αυξήσει τη φορολογία χωρίς να στραγγαλίσει την ανάπτυξη; Πόσο μπορεί να περικόψει χωρίς να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη; Και, κυρίως, πόσο ακόμη μπορεί το πολιτικό κέντρο να ζητά υπομονή από μια κοινωνία που αισθάνεται ότι η υπομονή της εξαντλήθηκε; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα κρίνει όχι μόνο τον επόμενο ένοικο του Ελιζέ, αλλά και την κατεύθυνση ολόκληρης της Ευρώπης. Γιατί, αν η Γαλλία στραφεί αποφασιστικά προς τη Λεπέν, η συνέπεια δεν θα περιοριστεί στα γαλλικά σύνορα. Θα αγγίξει την Ευρωπαϊκή Ενωση, το ευρώ, τη μεταναστευτική πολιτική, την οικονομική διακυβέρνηση και την ισορροπία με τη Γερμανία. Η γαλλική κρίση δεν είναι απλώς μια κρίση χρέους. Είναι κρίση εμπιστοσύνης στο ίδιο το πολιτικό σύστημα.

