Κάηκε η Σαλαμίνα, το Πόρτο Γερμενό, το Ρέθυμνο, η Χαλκιδική, τελειώνουν οι διακοπές και τα λεφτά. Μην απελπίζεστε (από τώρα). Ποτέ δεν γνωρίζετε πόσο χειρότερα μπορούν να πάνε τα πράγματα.
Το φως της 17ης Αυγούστου δεν λάμπει. Νοσεί. Φθίνει. Ξεθωριάζει η λάμψη του λες και είναι κάλπικο χρυσάφι που οξειδώνεται πάνω από τους άδειους δρόμους. Η κάψα του απογεύματος δεν υπόσχεται πια καμιά σπλαχνική ραστώνη, παρά μόνο την αργή, αναπόδραστη αποσύνθεση της θερινής ψευδαίσθησης.
Ηδη από τον Δεκαπενταύγουστο σάλπισε η υποχώρηση. Το καλοκαίρι, ένας τραυματισμένος, ηττημένος βασιλιάς, σέρνει τα ματωμένα πορφυρά του ράκη πίσω από τον ορίζοντα, αφήνοντας πίσω του τον γνόφο της επερχόμενης πανωλεθρίας.
Και εκεί, στα σκοτεινά παρασκήνια του Σεπτέμβρη, καραδοκούν τα τέρατα της καθημερινότητας. Οι οσονούπω επιστρέφοντες, σκιές σκαρφαλωμένες στο κατώφλι της παλιννόστησης στην αγγαρεία και την αγωνία, νιώθουν ήδη τον ψυχρό αέρα του στρες να τους διαπερνά. Τα σχολεία ορθώνονται σαν γοτθικές φυλακές ψυχών, έτοιμα να καταπιούν τη νεότητα, ενώ οι λογαριασμοί, σαν κοράκια πάνω από πτώμα, στοιβάζονται σφηνωμένα στην εξώθυρα. Το καλωσόρισμα στην εστία είναι τα χρέη.
Ακούστε έναν δυσοίωνο ήχο που διαπερνά τον θόρυβο του μελτεμιού. Δεν είναι ο παφλασμός του κύματος αλλά το εφιαλτικό τρίξιμο των δοντιών. Τα σαγόνια των υποχρεώσεων τρίζουν ρυθμικά, ένα υπόκωφο, μεταλλικό χτυποκάρδι που προαναγγέλλει τον ερχομό του δεσμοφύλακα στις φυλακές που χτίσαμε μόνοι γύρω μας. Ο καταδικασμένος ταξιδιώτης ετοιμάζει τα μπαγκάζια του. Η απόδραση ήταν πάντα μια καλοδεχούμενη απάτη.
Ο φθινοπωρινός ζόφος καταφθάνει με βήμα βαρύ, σιδερόφραχτο. Η ανεμελιά πέθανε και το σάβανο της ρουτίνας απλώνεται αργά πάνω από τις πόλεις. Κλείστε τις πόρτες, σφαλίστε τα παράθυρα, βυθιστείτε στην απόγνωση. Η ετυμηγορία εκδόθηκε και ο χρόνος μετρά αντίστροφα. Δεν θα γλιτώσει κανείς. Ευτυχώς…
Από τη στήλη «Ηρεμολόγιο» της «Δημοκρατίας»
