Του Δρ. Νικόλαου Γιαννόπουλου*
Η εξωτερική πολιτική κρίνεται συχνά από όσα λέγονται. Αντίθετα, η στρατηγική κρίνεται κυρίως από όσα αποτυπώνονται στον χώρο. Χάρτες, ζώνες, περιοχές ενδιαφέροντος, περιοχές ευθύνης. Περιοχές που κάποιος επιχειρεί να εντάξει, έστω συμβολικά στην αρχή, στη δική του αντίληψη για το πώς πρέπει να οργανωθεί ο γεωπολιτικός χώρος.
Γι’ αυτό οι τελευταίες αποφάσεις της Τουρκίας για τη δημιουργία δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μία ακόμη περιβαλλοντική πρωτοβουλία.
Στις 15 Αυγούστου 2026 η Άγκυρα ανακήρυξε δύο θαλάσσια πάρκα τα οποία, σύμφωνα με την επίσημη ελληνική αντίδραση, εκτείνονται και πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε την ενέργεια παράνομη στο μέτρο που αφορά διεθνή ύδατα και ελληνική υφαλοκρηπίδα, τονίζοντας ότι δεν μπορεί να δημιουργήσει έννομα αποτελέσματα ή τετελεσμένα.
Η νομική θέση της Ελλάδας είναι σαφής και είναι ορθή. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο νομικό, αλλά και στρατηγικό. Διότι η Τουρκία δεν αρκείται να διατυπώνει τις θέσεις της με ανακοινώσεις, αλλά τις μεταφέρει συστηματικά στον χάρτη.
Το έκανε με τη «Γαλάζια Πατρίδα», το τουρκολιβυκό μνημόνιο και με τον δικό της Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Το έκανε με τις παλαιότερες χαρτογραφήσεις θαλάσσιων πάρκων μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, με την αντιμετώπιση του συμπλέγματος του Καστελλορίζου και το επαναλαμβάνει τώρα με προεδρικές αποφάσεις.
Αυτό είναι το σημείο που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη συνήθη διπλωματική αντιπαράθεση. Βλέπουμε την Ελλάδα να καταγγέλλει, την στιγμή που η Τουρκία χαρτογραφεί. Δεν υποστηρίζω ότι η καταγγελία είναι άχρηστη. Το αντίθετο, γιατί η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου είναι απαραίτητη. Η Ελλάδα οφείλει να καταγράφει με απόλυτη σαφήνεια τις θέσεις της, να απορρίπτει κάθε παράνομη διεκδίκηση και να θωρακίζει νομικά τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Το Διεθνές Δίκαιο είναι ισχυρό όπλο, δεν είναι όμως υποκατάστατο στρατηγικής.
Μια χώρα δεν αρκεί να γνωρίζει ότι έχει δίκιο. Πρέπει να έχει και τη δυνατότητα να αποτρέπει τον αντίπαλο από το να μετατρέπει τη δική του παράνομη θέση σε διαρκές πολιτικό δεδομένο. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα των «ήρεμων νερών» που σε τόσα άρθρα μου έχω αναφέρει. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πολιτική της δεν σημαίνει αδράνεια. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει επικαλεστεί τον ελληνικό Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τα ελληνικά Θαλάσσια Πάρκα, τις ενεργειακές πρωτοβουλίες νοτίως της Κρήτης και τις διεθνείς συνεργασίες της χώρας ως αποδείξεις ενεργητικής πολιτικής.
Ακριβώς γι’ αυτό όμως το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο. Αν η Ελλάδα προχωρά σε Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό και η Τουρκία απαντά με τον δικό της σχεδιασμό, αν η Ελλάδα δημιουργεί θαλάσσια πάρκα και η Τουρκία απαντά με πάρκα που φθάνουν έξω από τα χωρικά της ύδατα, αν η Αθήνα επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο και η Άγκυρα απαντά με νέα χαρτογράφηση διεκδικήσεων, τότε ποιος τελικά καθορίζει τη δυναμική;
Δεν αρκεί να δηλώνουμε ότι οι τουρκικές κινήσεις δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Πρέπει να εξετάσουμε αν παράγουν πολιτικά αποτελέσματα. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι συχνά παράγουν. Όταν ένας παράνομος χάρτης δημοσιεύεται ξανά και ξανά, όταν χρησιμοποιείται από κρατικούς θεσμούς, όταν εισέρχεται στη διεθνή συζήτηση και όταν δημιουργεί την ανάγκη συνεχούς ελληνικής αντίδρασης, τότε αποκτά πολιτικό βάρος ακόμη και αν δεν αποκτά νομική ισχύ.
Αυτό ακριβώς είναι το στρατηγικό πρόβλημα.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να κερδίσει σήμερα μια νομική μάχη για να δημιουργήσει αύριο ένα πολιτικό ζήτημα. Αρκεί να επιμένει, να επαναλαμβάνει και να χαρτογραφεί. Να εμφανίζει τις διεκδικήσεις της ως μέρος μιας σταθερής εθνικής πολιτικής. Έτσι λειτουργεί η σταδιακή δημιουργία τετελεσμένων. Όχι πάντοτε με στρατιωτική σύγκρουση, αλλά συχνά με συσσώρευση. Κάθε νέα διεκδίκηση προστίθεται στην προηγούμενη. Κάθε χάρτης γίνεται σημείο αναφοράς για τον επόμενο και κάθε αντίδραση της Ελλάδας μετατρέπεται σε μέρος μιας συζήτησης που πριν από μερικά χρόνια μπορεί να μην υπήρχε καν.
Και εδώ είναι που επιμένω ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» χρειάζεται πολύ αυστηρότερη αξιολόγηση. Η απουσία κρίσης είναι μεν θετική, αλλά δεν είναι από μόνη της απόδειξη στρατηγικής επιτυχίας. Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι στα μεγάλα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν έχει υπάρξει ουσιαστική πρόοδος. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε τον Ιούλιο ότι δεν υπάρχει σημαντική βελτίωση στα βασικά προβλήματα και ιδιαίτερα στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
Άρα η ηρεμία δεν συνοδεύτηκε από μεταβολή των τουρκικών θέσεων. Το casus belli παραμένει, οι αμφισβητήσεις παραμένουν, το ίδιο και η «Γαλάζια Πατρίδα». Επιπλέον, η διαφορετική τουρκική αντίληψη για τις θαλάσσιες ζώνες όχι μόνο παραμένει, αλλά πλέον, προστίθενται νέες χαρτογραφήσεις.
Τι ακριβώς σημαίνει λοιπόν επιτυχία; Να μην έχουμε κρίση ή να έχει περιοριστεί η δυνατότητα της Τουρκίας να δημιουργήσει την επόμενη; Αυτά είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Η διαχείριση αποφεύγει την κρίση, αλλά η στρατηγική μεταβάλλει τους υπολογισμούς εκείνου που θα μπορούσε να την προκαλέσει. Και εδώ ακριβώς φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στην αποτροπή και στον κατευνασμό.
Η αποτροπή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει ένταση. Ούτε ότι κάθε τουρκική ενέργεια πρέπει να οδηγεί σε στρατιωτική αντίδραση. Σημαίνει ότι η άλλη πλευρά πρέπει να γνωρίζει πως υπάρχουν όρια τα οποία δεν μπορεί να μετακινεί σταδιακά χωρίς κόστος.
Αντιθέτως, ο κατευνασμός αρχίζει όταν η διατήρηση της ηρεμίας γίνεται σημαντικότερη από την αποτροπή της επόμενης αμφισβήτησης. Η υπόθεση της Κάσου θα έπρεπε ήδη να μας έχει προβληματίσει. Όχι επειδή η Ελλάδα όφειλε να οδηγηθεί σε στρατιωτική αντιπαράθεση, αλλά επειδή η παρουσία τουρκικών πολεμικών μονάδων ήταν αρκετή για να μετατρέψει μια δραστηριότητα που η ελληνική πλευρά θεωρούσε νόμιμη σε ζήτημα διαχείρισης ελληνοτουρκικής κρίσης. Αυτό είναι στρατηγικό δεδομένο.
Το ίδιο συμβαίνει τώρα σε διαφορετικό επίπεδο. Η Άγκυρα δημιουργεί μια νέα χαρτογράφηση και η Ελλάδα απαντά ότι είναι παράνομη. Και μετά;
Αυτό το «και μετά» είναι η ουσία της στρατηγικής. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο ότι μια τουρκική απόφαση είναι ανυπόστατη. Πρέπει να απαντήσει πώς θα εμποδίσει τη σταδιακή ενσωμάτωσή της στο συνολικό τουρκικό αφήγημα για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Γιατί υπάρχει ένα βαθύτερο ζήτημα.
Η Τουρκία εμφανίζει συνέπεια ως προς τον μακροχρόνιο στόχο της. Μπορεί να αλλάζει τακτική, να επιλέγει περιόδους έντασης και περιόδους αποκλιμάκωσης. Μπορεί ακόμη, να επιδιώκει ευρωπαϊκή προσέγγιση ή να συγκρούεται με τη Δύση. Όμως η βασική γεωπολιτική της αντίληψη για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο παρουσιάζει αξιοσημείωτη συνέχεια. Αυτό ακριβώς πρέπει να μας ανησυχεί. Όχι επειδή η Τουρκία είναι πανίσχυρη, δεν είναι, αλλά επειδή διαθέτει υπομονή. Και στη στρατηγική η υπομονή είναι πολλαπλασιαστής ισχύος. Όταν μία πλευρά σκέφτεται σε βάθος δεκαετιών και η άλλη κυρίως σε βάθος της επόμενης συνάντησης κορυφής, η ασυμμετρία δεν είναι στρατιωτική, αλλά πολιτική.
Σε αυτό το σημείο αποκτά ξεχωριστό βάρος η πρόσφατη παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά.
Ο πρώην πρωθυπουργός, σχολιάζοντας τις νέες τουρκικές αποφάσεις, επανέλαβε ότι είχε προειδοποιήσει πως οι «φιλίες» και ο κατευνασμός οδηγούν σε νέα τετελεσμένα. Χαρακτήρισε τα τουρκικά πάρκα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα νέα πρόκληση και διεθνή πειρατεία, θέτοντας δημόσια το ερώτημα που κατά τη γνώμη μου βρίσκεται στον πυρήνα ολόκληρης της συζήτησης.
«Τι ακριβώς κάνουμε; Ποια είναι η στρατηγική μας;»
Αυτό είναι το σωστό ερώτημα. Όχι αν πρέπει να συνομιλούμε με την Τουρκία και αν πρέπει να αποφεύγουμε μια άσκοπη κρίση. Συμφωνούμε ότι πρέπει. Ούτε αν το Διεθνές Δίκαιο βρίσκεται με το μέρος μας. Σε πολλά από τα κρίσιμα ζητήματα βρίσκεται. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η ελληνική πολιτική δημιουργεί μεγαλύτερο κόστος στην Τουρκία για κάθε νέα αμφισβήτηση ή αν απλώς δημιουργεί μία ακόμη ελληνική ανακοίνωση.
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η Ελλάδα χρειάζεται αποτροπή, ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές και ενεργητική διπλωματία. Οι τελευταίες εξελίξεις δεν αποδεικνύουν αυτομάτως ότι κάθε θέση του είναι σωστή. Αποδεικνύουν όμως ότι το ερώτημά του δεν μπορεί πλέον να αποφεύγεται.
Ποια είναι η στρατηγική μας;
Να καταγγέλλουμε κάθε τουρκικό χάρτη όταν δημοσιεύεται; Να δηλώνουμε ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και μετά να περιμένουμε τον επόμενο;
Αυτό δεν είναι αρκετό.
Η Ελλάδα, όπως τονίζει ο πρώην Πρωθυπουργός, χρειάζεται μία πολιτική που να συνδέει το Διεθνές Δίκαιο με πραγματική αποτροπή, τη διπλωματία με συμμαχίες ουσίας και τη νομική θέση με παρουσία στο πεδίο. Χρειάζεται κυρίως πρωτοβουλία, γιατί στη στρατηγική ο χώρος δεν μένει κενός. Όταν δεν τον διαμορφώνεις εσύ, θα προσπαθήσει να τον διαμορφώσει ο άλλος. Και οι χάρτες που παρουσιάζονται δεν είναι αθώοι. Αποτυπώνουν προθέσεις, προετοιμάζουν επιχειρήματα και δημιουργούν συνήθεια. Κάποιες φορές, επιχειρούν να δημιουργήσουν και πραγματικότητα.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να υπερασπίζεται την ειρήνη και τη σταθερότητα. Δεν έχει κανέναν λόγο να συγχέει τη σταθερότητα με τη στασιμότητα. Γιατί τα «ήρεμα νερά», όπως πολλές φορές τόνισε ο Αντώνης Σαμαράς, έχουν αξία μόνο όταν η άλλη πλευρά γνωρίζει ότι κάτω από αυτά υπάρχουν καθαρές κόκκινες γραμμές.
Το Διεθνές Δίκαιο μπορεί να είναι όπλο, αλλά δεν είναι υποκατάστατο στρατηγικής. Και αν η Τουρκία συνεχίζει να χαρτογραφεί όσα διεκδικεί, η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται στο να εξηγεί γιατί οι χάρτες της είναι παράνομοι. Πρέπει να καταστήσει σαφές γιατί δεν θα γίνουν ποτέ πραγματικότητα.
* Αντιστράτηγος ε.α. Ειδικών Δυνάμεων, Διδάκτωρ ΕΚΠΑ