Άρθρο της Θ.Τζάκρη: Καλώδιο Κρήτης – Κύπρου: η «ενημέρωση» που λειτουργεί ως άδεια

Πριν λίγες μέρες γιορτάσαμε το «Όχι» σε δύο αυτοκρατορίες. Σήμερα δεν μπορούμε να ποντίσουμε ένα καλώδιο χωρίς να ενημερώσουμε την Άγκυρα.

Σε προηγούμενο κείμενο, με αφορμή την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Βεγγάζης, σημειώθηκε ότι το μνημόνιο αυτό, όσο παράνομο κι αν είναι, ήδη εφαρμόζεται στο πεδίο. Το πιο καθαρό παράδειγμα είναι το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου. Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών δείχνουν ότι η κυβέρνηση βρήκε τελικά μια «λύση». Το πρόβλημα είναι ότι η λύση αυτή καλύπτει την Τουρκία και όχι την Ελλάδα.

Της Θεοδώρας Τζάκρη (*)

  1. Από την Κάσο στην υποχώρηση

Τον Ιούλιο του 2024, ανοιχτά της Κάσου, τουρκικά πολεμικά πλοία εμπόδισαν το ερευνητικό σκάφος που έκανε τις έρευνες βυθού για το καλώδιο. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους το σκηνικό επαναλήφθηκε. Η Ελλάδα σταμάτησε και τις δύο φορές.

Δεν το λέει η αντιπολίτευση. Το είπε επανειλημμένα ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Άγγελος Συρίγος: «και στα δύο επεισόδια υποχωρήσαμε». Και όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τον αποδοκίμασε, απάντησε: «δεν παίρνω τίποτα πίσω». Πρόσθεσε μάλιστα ότι μέχρι το 2024 η Τουρκία δεν είχε εμποδίσει ποτέ την πόντιση καλωδίου.

Η υποχώρηση αποκαλύπτει κάτι βαρύτερο από μια κακή στιγμή. Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είχε επεξεργαστεί καν το σενάριο της στρατιωτικής παρεμπόδισης. Στηρίχθηκε στην εκτίμηση ότι τα «ήρεμα νερά» θα κρατούσαν την Άγκυρα μακριά. Ένα κράτος που ξεκινά ένα έργο στρατηγικής σημασίας, σε περιοχή που η γειτονική χώρα διεκδικεί ανοιχτά με βάση το τουρκολιβυκό μνημόνιο, χωρίς σχέδιο για την πιθανότερη αντίδρασή της, δεν ασκεί εξωτερική πολιτική. Επιδεικνύει ερασιτεχνισμό στον χειρισμό του πιο σοβαρού εθνικού θέματος.

  1. Το έργο άλλαξε σημαία

Η απάντηση της κυβέρνησης στην Κάσο δεν ήταν η αποτροπή. Ήταν ο κατευνασμός. Το έργο πάγωσε για δύο χρόνια και στις 5 Αυγούστου 2026 υπογράφηκε η είσοδος της γαλλικής Meridiam στην εταιρεία του έργου. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η Meridiam απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών, ενώ ο ΑΔΜΗΕ παρέμεινε «στρατηγικός μέτοχος» με δικαιώματα μειοψηφίας. Στην ουσία, ιδιοκτήτης και διαχειριστής του έργου είναι πλέον η γαλλική πλευρά.

Το τίμημα δεν έγινε ποτέ γνωστό. Η ελληνική κοινωνία δεν γνωρίζει με ποιους όρους έγινε η πώληση, πόσο κόστισε στο Δημόσιο, τι εισέπραξε η χώρα και ποια δικαιώματα κράτησε στη χάραξη, στη λειτουργία και στη διαχείριση της διασύνδεσης. Γνωρίζει μόνο το πολιτικό αποτέλεσμα: η ευθύνη για το αν και πώς θα περάσει το καλώδιο μεταφέρθηκε από την ελληνική σημαία στη γαλλική.

Η γαλλική παρουσία δεν είναι αρνητική από μόνη της. Η γαλλική σημαία όμως δεν αντικαθιστά την ελληνική άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και όπως φάνηκε, δεν ήρθε για να τα ασκήσει. Ήρθε για να «διευκολύνει».

  1. Η φόρμουλα της «ενημέρωσης»

Η «διευκόλυνση» έχει πλέον όνομα: «ενημέρωση». Ο υπουργός Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτης δήλωσε ότι η άδεια δίνεται μόνο από την Ελλάδα, αλλά ότι μια ενημέρωση της Τουρκίας «θα ήταν δυνατή», με σαφή αναφορά ότι δεν πρόκειται για αδειοδοτική διαδικασία. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η ενημέρωση θα γίνει από τη γαλλική πλευρά και θα περιλαμβάνει το σκάφος, τις συντεταγμένες και τη διάρκεια των εργασιών. Πρόκειται για θαλάσσιο χώρο όπου η Ελλάδα έχει, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας, κυριαρχικά δικαιώματα, και τον οποίο το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιχειρεί να «καλύψει».

Η κατασκευάστρια Nexans διέψευσε στις 7 Οκτωβρίου ότι θα έρθει σε οποιαδήποτε επαφή με τις τουρκικές αρχές. Ποιος λοιπόν θα στείλει την «ενημέρωση»; Η Meridiam; Η γαλλική κυβέρνηση; Με ποια διατύπωση; Η Βουλή δεν το γνωρίζει. Η κυβέρνηση δεν το λέει.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο η αδιαφάνεια. Είναι η ουσία. Η φόρμουλα της ενημέρωσης καλύπτει την Τουρκία και όχι την Ελλάδα, για έναν απλό λόγο: ενημερώνεις όποιον θεωρείς ότι έχει δικαίωμα να ενημερωθεί. Όταν δεχόμαστε μια ειδική, γραπτή ενημέρωση προς την Άγκυρα, για έργο σε περιοχή ελληνικής αρμοδιότητας, αποδεχόμαστε έμμεσα ότι η Τουρκία έχει εκεί κάποια δικαιοδοσία. Και τον χαρακτήρα μιας επιστολής δεν τον ορίζει ο αποστολέας. Τον ορίζει ο παραλήπτης.

Η αρχική ελληνική θέση ήταν η σωστή. Η ενημέρωση για κάθε εργασία στη θάλασσα γίνεται με την ελληνική NAVTEX, που εκδίδει η Υδρογραφική Υπηρεσία. Τη NAVTEX μπορεί να τη διαβάσει οποιοσδήποτε: η Τουρκία, η Αίγυπτος, κάθε πλοίο που περνά. Αυτή είναι η ενημέρωση που προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Κάθε άλλη «ενημέρωση» είναι πολιτική πράξη και μάλιστα πράξη αναγνώρισης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι άλλη μια υποχώρηση, μια νέα «Κάσος», μια οριστική εκχώρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων σε εγκεκριμένη ΑΟΖ.

  1. Ενημέρωση, συντονισμός, άδεια: το παιχνίδι της Άγκυρας

Η Τουρκία το έχει καταλάβει καλά. Γι’ αυτό και μετακινείται άνετα ανάμεσα σε τρεις λέξεις. Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας δήλωνε τον Σεπτέμβριο ότι «δεν επιτρέπονται μη αδειοδοτημένες δραστηριότητες» και ότι κάθε πόντιση καλωδίου ή έρευνα στη «δική της» υφαλοκρηπίδα πρέπει να «συντονίζεται εκ των προτέρων» με τις τουρκικές αρχές. Στις 21 Οκτωβρίου, την επομένη της κύρωσης του μνημονίου από τη Βεγγάζη, ο Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι η Άγκυρα δεν αντιτίθεται στις έρευνες, αρκεί να λάβει γραπτή ενημέρωση με τις συντεταγμένες. Η Αθήνα το παρουσίασε ως τουρκική υποχώρηση. Την ίδια περίοδο, τουρκική NAVTEX χαρακτήριζε «αναρμόδιο» τον ελληνικό σταθμό του Ηρακλείου. Και ο τουρκικός λόγος για «άδεια» επανέρχεται κάθε φορά που η Άγκυρα θέλει να υπενθυμίσει ποιος, κατά τη γνώμη της, ορίζει τους κανόνες.

Η Τουρκία δεν έχει καμία ανάγκη να επιλέξει λέξη. Ξέρει ότι η ενημέρωση και ο συντονισμός καλύπτουν τον πολιτικό της στόχο: να καταγραφεί ότι εκεί έχει κυριαρχικά δικαιώματα. Η άδεια είναι απλώς η μέγιστη εκδοχή του ίδιου πράγματος.

Δεν αποκλείεται να βλέπουμε μια χορογραφία ανάμεσα σε Αθήνα, Άγκυρα και Παρίσι. Η Ελλάδα θα λέει στο εσωτερικό ότι «απλώς ενημέρωσε». Η Τουρκία θα λέει στο δικό της κοινό ότι «της ζητήθηκε η συναίνεση» και ότι η ελληνική NAVTEX εκδόθηκε αφού προηγήθηκε η ενημέρωση, άρα η άδεια. Και οι δύο κυβερνήσεις θα είναι ικανοποιημένες.

Ποιος χάνει; Η Ελλάδα. Γιατί μέσω της Γαλλίας, ενός μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας και ηγετικής δύναμης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναγνωρίζονται στην πράξη τουρκικά κυριαρχικά δικαιώματα σε θαλάσσιο χώρο που η Ελλάδα θεωρεί δικό της. Το προηγούμενο θα μείνει. Και κερδισμένη θα βγει η Τουρκία, που θα έχει εφαρμόσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο με ευρωπαϊκή υπογραφή.

  1. Το πλοίο περιμένει, η NAVTEX όχι

Το γαλλικό ερευνητικό «Abeille Marengo» έδεσε στο Ηράκλειο την Τρίτη 27 Οκτωβρίου. Είναι έτοιμο να ξεκινήσει τις έρευνες βυθού. Περιμένει μόνο ένα πράγμα: την ελληνική NAVTEX. Και η NAVTEX δεν βγαίνει. Κάθε μέρα αναμονής ενός ναυλωμένου ερευνητικού σκάφους κοστίζει. Γιατί λοιπόν η Ελλάδα καθυστερεί να εκδώσει μια πράξη που, όπως η ίδια λέει, είναι αποκλειστικά δική της αρμοδιότητα;

Η απάντηση φαίνεται στο ημερολόγιο. Την ίδια μέρα που το πλοίο έδενε στο Ηράκλειο, ο Ερντογάν μίλησε τηλεφωνικά με τον Μακρόν. Την επομένη, 28 Οκτωβρίου, μίλησε με τον Τραμπ. Οι επίσημες ανακοινώσεις δεν αναφέρουν ούτε την Ελλάδα ούτε το καλώδιο. Όμως ο χρόνος των επαφών δεν είναι τυχαίος. Λίγο πριν από την ελληνική NAVTEX, ο Τούρκος πρόεδρος συνομιλεί με τον πρόεδρο της χώρας που έχει πλέον στα χέρια της το έργο και με τον πρόεδρο της υπερδύναμης που ρυθμίζει την ισορροπία στην περιοχή. Η Αθήνα απλώς περιμένει.

Αυτό σημαίνει ότι για την Ελλάδα γίνονται διαβουλεύσεις πέρα από την Ελλάδα. Η χώρα έχει αναθέσει το ζήτημα σε άλλους, γιατί η ίδια δεν μπορεί, ή δεν θέλει, να το χειριστεί. Το όχημα αυτής της ανάθεσης είναι η Γαλλία.

Αν αυτό αρέσει στην κυβέρνηση, ας βγει να το πει ανοιχτά: «Για μένα η εξωτερική πολιτική ασκείται κατ’ ανάθεση, γιατί με τις δυνάμεις που έχω δεν μπορώ να κάνω τίποτα μόνη μου». Ας δηλώσει δηλαδή ότι έχει μετατρέψει τη χώρα σε προτεκτοράτο. Τουλάχιστον θα είναι ειλικρινής.

  1. Η χώρα – προτεκτοράτο

Η εικόνα είναι πολιτικά ταπεινωτική. Η Ελλάδα δηλώνει, στην ουσία, ότι δεν μπορεί η ίδια να προστατεύσει ένα έργο σε περιοχή δικής της αρμοδιότητας. Γι’ αυτό εκχωρεί την προστασία του σε μια ισχυρότερη χώρα, τη Γαλλία, από φόβο απέναντι σε μια άλλη ισχυρή χώρα, την Τουρκία. Αυτή είναι η λογική του προτεκτοράτου.

Την 28η Οκτωβρίου, η χώρα γιόρτασε το «Όχι» του 1940. Ένας λαός πολύ φτωχότερος και πολύ ασθενέστερος από τον σημερινό είπε όχι στην Ιταλία και στη Γερμανία. Σήμερα, οι επίγονοι εκείνων των γενεών δεν είναι σε θέση να ρίξουν ένα καλώδιο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο χωρίς να ενημερώσουν την Άγκυρα. Αυτό δεν είναι απλώς διπλωματική αδυναμία, αλλά ιστορική παρακμή.

  1. Δηλώσεις αντί για αποτροπή

Η κυβέρνηση απαντά, όπως πάντα, με δηλώσεις. Ο κ. Γεραπετρίτης διάβασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κοινή δήλωση ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι «άκυρο και ανυπόστατο». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επαναλαμβάνει ότι «δεν χρειάζεται καμία άδεια». Ο πρωθυπουργός διαβεβαίωνε από τη ΔΕΘ ότι η Τουρκία δεν θα επιχειρήσει να εμποδίσει το έργο. Όλοι επικαλούνται το Διεθνές Δίκαιο. Κανείς δεν λέει τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία το παραβιάσει.

Αυτό είναι το κρίσιμο κενό. Αποτροπή δεν σημαίνει να δηλώνεις ότι έχεις δίκιο. Σημαίνει να γνωρίζει ο αντίπαλος, πριν κινηθεί, πόσο θα του κοστίσει. Μια χώρα που ασκεί αποτροπή λέει καθαρά: «Αν με εμποδίσετε να κάνω αυτό που δικαιούμαι, οι συνέπειες θα είναι οι εξής». Και τις απαριθμεί:

α) Την επόμενη μέρα, επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια παντού, ένα δικαίωμα που η χώρα θα ασκήσει έτσι κι αλλιώς και που απλώς θα ασκηθεί νωρίτερα.

β) Ελληνικό βέτο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε κάθε διεθνές φόρουμ όπου η Τουρκία περιμένει κάτι: στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, στον εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης, στις θεωρήσεις, στις χρηματοδοτήσεις.

γ) Αίτημα στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων για περιοριστικά μέτρα, με αφορμή την παρεμπόδιση ενός έργου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

δ) Ανακήρυξη ΑΟΖ με Κύπρο (που λέει δηκτικά ότι «εμείς είμαστε έτοιμοι»).

Η Ελλάδα δεν λέει τίποτα από αυτά. Δεν δηλώνει ποια θα είναι η απάντησή της. Και έτσι, στην πράξη, παραδέχεται ότι δεν θα κάνει τίποτα πέρα από δηλώσεις. Η Άγκυρα το έχει καταλάβει. Γι’ αυτό και ανεβάζει τις απαιτήσεις της κάθε φορά που η Αθήνα υποχωρεί.

  1. Αν το δίκαιο είναι με το μέρος μας, γιατί δεν πάμε στο δικαστήριο;

Η κυβέρνηση επικαλείται συνεχώς το Διεθνές Δίκαιο. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι «άκυρο και ανυπόστατο». Τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» «δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα». Η τουρκική απαίτηση για άδεια ή «συντονισμό» δεν έχει νομική βάση. Αν όλα αυτά είναι τόσο καθαρά παράνομα, τότε τίθεται ένα απλό ερώτημα: γιατί η Ελλάδα δεν προσφεύγει σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να καταδικαστεί ο αντίδικος;

Η συνήθης απάντηση είναι ότι η Τουρκία δεν έχει αποδεχθεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Αυτό ισχύει. Δεν εξηγεί όμως την απραξία. Πρώτον, ο Κανονισμός του Δικαστηρίου επιτρέπει σε ένα κράτος να καταθέσει μονομερώς προσφυγή και να καλέσει το άλλο μέρος να αποδεχθεί τη δικαιοδοσία. Αν η Τουρκία και η Λιβύη αρνηθούν, θα έχουν αρνηθεί δημόσια, μπροστά σε όλη τη διεθνή κοινότητα, να υπερασπιστούν το μνημόνιό τους ενώπιον του δικαστή. Θα φανεί ποιος φοβάται το δίκαιο. Δεύτερον, η Ελλάδα μπορεί να ζητήσει, μέσω της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου για τη νομιμότητα του μνημονίου. Η γνωμοδοτική διαδικασία δεν απαιτεί τη συναίνεση κανενός. Με αυτόν τον δρόμο ο Μαυρίκιος κέρδισε τη μάχη για τα νησιά Τσάγκος απέναντι σε μια μόνιμη δύναμη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Τρίτον, η Ελλάδα μπορεί να κινήσει τη διαδικασία μαζί με την Αίγυπτο, που θίγεται επίσης από το μνημόνιο, και με την Κύπρο.

Μια χώρα που έχει δίκιο και δεν το διεκδικεί εκεί όπου κρίνεται το δίκιο στέλνει ένα μόνο μήνυμα: ότι δεν είναι βέβαιη για τη θέση της ή ότι φοβάται το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης. Και τα δύο είναι δώρο προς την Άγκυρα. Το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι ευχή που απαγγέλλεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

  1. Δύο ακατανόητες αβελτηρίες

Υπάρχουν δύο κινήσεις που η Ελλάδα μπορεί να κάνει αύριο, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη κανενός. Θα έδειχναν στη διεθνή κοινότητα, στην Τουρκία και σε κάθε ενδιαφερόμενο ότι η χώρα έχει πρόθεση και βούληση. Και δεν τις κάνει.

Η πρώτη είναι το κλείσιμο των κόλπων και η χάραξη ευθειών γραμμών βάσης σε όλη την επικράτεια. Η Τουρκία το έχει κάνει στις δικές της ακτές από τη δεκαετία του 1960. Η Ελλάδα το έκανε μόνο στο Ιόνιο, το 2020. Πρόκειται για τεχνική πράξη που κάνει κάθε παράκτιο κράτος. Δεν απαιτεί διαπραγμάτευση και δεν ενέχει κανέναν κίνδυνο. Αντίθετα, προστατεύει τους Έλληνες ψαράδες, γιατί κλείνει τους κόλπους και διευρύνει τα εσωτερικά ύδατα. Χωρίς αυτήν, η χώρα δεν έχει καν ορίσει από πού μετρά τη θάλασσά της.

Η δεύτερη είναι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στην Ανατολική Μεσόγειο: νότια της Κρήτης, στον άξονα Κάσου, Καρπάθου και Ρόδου και στο Καστελλόριζο. Ακόμη και το παράνομο και εκφοβιστικό casus belli της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης αφορά το Αιγαίο. Στην Ανατολική Μεσόγειο ούτε αυτό το πρόσχημα υπάρχει. Γιατί λοιπόν η χώρα δεν επεκτείνει εκεί, τώρα, το εύρος των χωρικών της υδάτων, όπως το έκανε στο Ιόνιο και όπως το έχουν κάνει δεκάδες κράτη στον κόσμο; Ας έρθει η Τουρκία να απαντήσει σε ένα κατοχυρωμένο διεθνές δικαίωμα.

Το πρώτο που πρέπει να πει η Ελλάδα είναι απλό: όπου διαπιστώνω ότι τα κυριαρχικά μου δικαιώματα αμφισβητούνται ή κινδυνεύουν, επεκτείνω άμεσα στα 12 ναυτικά μίλια. Αυτή είναι η γλώσσα που καταλαβαίνει η Άγκυρα. Η άρνηση να μιλήσει η χώρα αυτή τη γλώσσα εξηγείται μόνο με ένα ακραίο φοβικό σύνδρομο, που έχει γίνει δόγμα εξωτερικής πολιτικής.

  1. Ένα ανοργάνωτο κράτος απέναντι σε ένα κράτος με σχέδιο

Τι μπορεί όμως να περιμένει κανείς από μια κυβέρνηση της οποίας ο ίδιος ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη δηλώνει, σήμερα, ότι «ένα ανοργάνωτο κράτος δεν μπορεί να εξαρθρώσει το οργανωμένο έγκλημα»; Η παραδοχή δεν έρχεται από την αντιπολίτευση. Έρχεται από υπουργό της συντηρητικής κυβέρνησης που διοικεί τη χώρα επτά χρόνια και ζητά τώρα όγδοο. Αν οκτώ χρόνια δεν έφτασαν για να οργανωθεί το κράτος, ποιος θα το οργανώσει;

Ή τι να πει κανείς για μια κυβέρνηση στην οποία ο διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού στη Βουλή αποχώρησε μέσα σε ερωτήματα για το αν υπήρξε ποτέ δημοσιευμένος διορισμός, για τα τυπικά του προσόντα και για το ποιος τον αμείβει; Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες, αλλά ενδείξεις ενός κράτους που δεν λειτουργεί με κανόνες ούτε στον πυρήνα της εξουσίας του.

Ένα τέτοιο κράτος είναι εύκολη λεία για χώρες με συστηματική, μακροχρόνια οργάνωση. Η Τουρκία ασκεί εξωτερική πολιτική με συνέπεια, με στρατηγικό σχέδιο και με σαφή γνώση του πού θέλει να φτάσει. Χτίζει τετελεσμένα με παράνομα κείμενα και τα μετατρέπει σε πραγματικότητα στο πεδίο. Η Ελλάδα απαντά με ανακοινώσεις, με «δημιουργικές ασάφειες» και με επιστολές που άλλοι στέλνουν για λογαριασμό της.

  1. Τι πρέπει να γίνει

Η Ελλάδα πρέπει να δηλώσει ευθέως, σε εχθρούς και σε φίλους, το κόστος που θα έχει για οποιονδήποτε αμφισβητήσει κυριαρχικό της δικαίωμα. Συγκεκριμένα:

α) Καμία επιστολή, «ενημέρωση» ή «κοινοποίηση» προς την Άγκυρα, ούτε από το ελληνικό κράτος ούτε από τη Meridiam ούτε από τη γαλλική κυβέρνηση. Μόνο ελληνική NAVTEX.

β) Δημοσιοποίηση των όρων πώλησης του έργου στη Meridiam και ενημέρωση της Βουλής για κάθε συμφωνία με τη γαλλική πλευρά σχετικά με τη διαδρομή και την «ενημέρωση».

γ) Έρευνες και πόντιση με την παρουσία του Πολεμικού Ναυτικού και με προκαθορισμένους κανόνες εμπλοκής για το ενδεχόμενο μιας «τρίτης Κάσου».

δ) Δημόσια ανακοίνωση των συνεπειών μιας νέας παρεμπόδισης: επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια, βέτο στην ΕΕ, αίτημα κυρώσεων.

ε) Άμεσο προεδρικό διάταγμα για ευθείες γραμμές βάσης και κλείσιμο των κόλπων σε όλη την επικράτεια.

στ) Επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στην Ανατολική Μεσόγειο, πριν η Άγκυρα φέρει τον νόμο για τη «Γαλάζια Πατρίδα».

ζ) Έκδοση της ελληνικής NAVTEX χωρίς άλλη καθυστέρηση και χωρίς να περιμένουμε το αποτέλεσμα συνομιλιών στις οποίες η Ελλάδα δεν συμμετέχει.

η) Προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, με μονομερή κατάθεση και ταυτόχρονο αίτημα γνωμοδότησης μέσω της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, από κοινού με την Αίγυπτο και την Κύπρο.

Οι δύο αβελτηρίες, οι γραμμές βάσης και τα χωρικά ύδατα στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν εξηγούνται με κανένα νομικό ή τεχνικό επιχείρημα. Εξηγούνται μόνο με ένα συμπέρασμα: σήμερα η χώρα έχει διαχειριστές προτεκτοράτου και όχι κυβέρνηση που κατέχει την εξουσία και την ασκεί η ίδια.-

(*)/: Η Θεοδώρα Τζάκρη είναι βουλευτής Πέλλας.

Μπλέκουν Μαρινάκης και Κούβελος στο σκάνδαλο του μπάσκετ

Ολική άρνηση των 49 πράξεων που του αποδίδονται στην υπόθεση των καταγγελλόμενων στημένων αγώνων μπάσκετ φέρεται ότι διατύπωσε ο πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας...