Βαρδιάνος του Γένους και της παράδοσης!

«Μένωμεν διαιτώμενοι εις την οικίαν μας, στραβοπατούντες από δωμάτιον εις δωμάτιον, ως ποταμιαία καβούρια, αλιβάνιστοι, αλειτούργητοι, ακοινώνητοι, με την ελπίδα ότι σύντομα θα ανθρωπέψουμε και πάλι» γράφει προφητικά, γλαφυρά και επίκαιρα, σχεδόν πάντοτε, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, καθώς μεταφέρει εικόνες μιας εποχής όταν «ήλθε το 1865, και η χολέρα εκομίσθη το θέρος εις την ανατολικήν Ευρώπην, πιθανώς, όπως πάντοτε, διά των μουσουλμάνων προσκυνητών της Μέκκας.

  • Από τον Νίκο Παπουτσόπουλο

Αι δύο “μεγάλαι μουσουλμανικαί δυνάμεις”, η μία με το χρυσοφόρον ινδικόν κράτος της, η άλλη με τας προσοδοφόρους κτήσεις εν Αλγερία, δεν απεφάσισαν ποτέ να θέσωσι περιορισμούς τινας εις τα ταξίδια των μωαμεθανών υπηκόων των, και δεν εύρον ποτέ συμφέρον να βιάσωσι την Πύλην όπως εφαρμόση τελέσφορα υγειονομικά μέτρα εις την κοιτίδα του μωαμεθανισμού εν Αραβία. Η ταλαίπωρος Ανατολή υπήρξε και τότε, ως τώρα και πάντοτε, υπό τε γεωγραφικήν και κοινωνικήν, υπό πολιτικήν και θρησκευτικήν έποψιν, άφρακτος αμπελών. Αλλ’ ο Χριστός ομιλεί περί τινος μελλούσης ημέρας, ότε θα έλθη ο κύριος του αμπελώνος.

Εναντίον της χολέρας του 1865 διετάχθησαν εν Ελλάδι μικραί και αυστηραί καθάρσεις. Τότε τα νεόκτιστα λοιμοκαθαρτήρια του τόπου δεν ήρκεσαν πλέον και δεν εκρίθησαν κατάλληλα διά τον σκοπόν των καθάρσεων, και διετάχθη προς τοις άλλοις να συσταθή έκτακτον λοιμοκαθαρτήριον επί της ερημονήσου Τσουγκριά./ Εως τώρα είχον φθάσει δύο τρία μεγάλα πλοία και πέντε ή εξ μικρά εις τον Τσουγκριάν. Επεριμένοντο όμως και άλλα, και άλλα… Επειδή επί της ερημονήσου Τσουγκριά ολίγιστα υπήρχον καταλύμματα, δύο ή τρία κελλία προς χρήσιν των καλογήρων -διότι η νήσος ήτο αφιέρωμα εις την Παναγίαν (ήτο κτήμα της ιεράς μονής του Ευαγγελισμού)- και επειδή θα εχρειάζοντο υπόστεγα διά το πλήθος των επιβατών, όσοι ήτο πιθανόν να έλθωσι, και επειδή εμέσαζεν ήδη ο Αύγουστος και επλησίαζαν τα πρωτοβρόχια, διά τούτο η Κυβέρνησις διέταξε κατεπειγόντως να κατασκευασθώσι παραπήγματα επί της μικράς νήσου, διά να εύρωσι στέγην όσοι θα ήρχοντο δυστυχείς από τα χολεριασμένα μέρη, φεύγοντες την φοβεράν νόσον./

Όλοι ομού οι υπό κάθαρσιν ταξιδιώται εσκληρύνοντο κατά των κατοίκων της πολίχνης, και τους κατηγόρουν επί ασυνειδήτω αισχροκερδεία και σκληρότητι, ενώ το αληθές ήτο ότι δέκα μόνον άνθρωποι εκ της εμπορικής και τυχοδιωκτικής τάξεως, ήτις πουθενά δεν λείπει, ήσαν οι αισχροκερδείς και οι σκληροί εκμεταλλευταί της δυστυχίας. Οι κάτοικοι της πολίχνης εσκληρύνοντο κατά των ταξιδιωτών, και εμίσουν αυτούς, διότι είχον έλθει να τούς φέρωσι την χολέραν. Κακή υποψία, δυσπιστία και ιδιοτέλεια, χωρούσα μέχρις απανθρωπίας, εβασίλευε πανταχού. Ολα ταύτα ήσαν εις το βάθος και ο φόβος της χολέρας ήτο εις την επιφάνειαν. Θα έλεγέ τις ότι η χολέρα ήτο μόνον πρόφασις, και ότι η εκμετάλλευσις των ανθρώπων ήτο η αλήθεια. Το δαιμόνιον του φόβου είχεν εύρει επτά άλλα δαιμόνια πονηρότερα εαυτού, και είχε λάβει κατοχήν επί του πνεύματος των ανθρώπων».

Μιαν εξαίρετη, συλλεκτική έκδοση του επίκαιρου διηγήματος του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Βαρδιάνος στα σπόρκα» («Φύλακας στα μολυσμένα “επιχόλερα” πλοία», πρώτη δημοσίευση το 1893) από το οποίο και μικρή μόνον γεύση, το «Εργαστήριο Βιβλιοδεσιών Μπάμπη Λέγγα» και «Εκδόσεις του Φοίνικα», που ήδη συμπλήρωσαν τριάντα έτη συνεχούς επαγγελματικής δραστηριότητας, προσφέρουν «στους φίλους και συνοδοιπόρους, ως παραμυθία στην παρούσα δυσκολία και αντί ευχών για τις παράξενες φετινές γιορτές».

Το λογότυπο των εκδόσεων συνοδεύει το σχέδιο ενός φοινικόδενδρου που δημιουργεί ένα εικονοπαίγνιο σε διαρκή διάλογο μνήμης με το ιστορικό «Τυπογραφείο του Φοίνικος» του 19ου αιώνα στη Βενετία, το οποίο είχε σύμβολο το ομώνυμο μυθικό πτηνό. Στις δραστηριότητες των «Εκδόσεων του Φοίνικα», οι συλλεκτικές εκδόσεις κειμένων της ελληνικής γραμματείας, με χειροποίητο δέσιμο που αναδεικνύει ποικιλόμορφα τη διαλεκτική σχέση περιεχομένου, υλικών και αμφίεσης, ειδικές εκδόσεις για ιδιώτες, δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, βιβλία υψηλών προδιαγραφών για την ιστορία και την τέχνη της ελληνικής βιβλιοδεσίας, που σήμερα αποτελούν απαραίτητα εγχειρίδια για τη μελέτη της ιστορίας του βιβλίου και της βιβλιοδεσίας, και, ακόμη, βιβλία σε πολλαπλά αντίτυπα, που διατηρούν τη φυσιογνωμία των συλλεκτικών εκδόσεων.

«Εκείνο που κυρίως κάνει εντύπωση και δίνει στο έργο την αξία του είναι η εξαιρετική ποικιλία που μας παρουσιάζει, το πλήθος των προσώπων και των μεμονωμένων επεισοδίων, παρουσιασμένων όλων με έξοχη αφηγηματική άνεση και που, χωρίς να συμπλέκονται μεταξύ τους, δεν ξεφεύγουν από το κεντρικό νήμα, και με την παράλληλη έκθεσή τους όχι μόνο δεν διασπούν αλλά αντίθετα συγκρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη» υπογραμμίζει ο Λίνος Πολίτης στην «Εισαγωγή στον “Βαρδιάνο στα σπόρκα”» (1968), καθώς «βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της καμπύλης, μέσα στα χρόνια της ακμής και της ευφορίας». Οι «Εκδόσεις του Φοίνικα» ακολούθησαν στην πρόσφατη έκδοση του «Βαρδιάνου» την κριτική έκδοση των Απάντων του Παπαδιαμάντη από τον «πατριάρχη των παπαδιαμαντικών σπουδών», Χαλκιδαίο φιλόλογο Νίκο Δ. Τριανταφυλλόπουλο, τον οποίο για την άψογη επιστημονικώς, κριτική και φιλολογική, αποκατάσταση του Παπαδιαμαντικού έργου» είχε παρασημοφορήσει με τον Ταξιάρχη της Τιμής ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος (Σεπτέμβριος 2018).

Η επίκαιρη έκδοση του διηγήματος του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη συμπίπτει με την επέτειο των εκατόν δέκα ετών από τα «μεσάνυκτα της 2ας προς την 3ην Ιανουαρίου» στα 1911 που «εξέπνευσε», όπως παραδίδει ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, αφού «ολίγην ώραν πριν, ήρχισε να ψάλλει “Την χείρα σου την αψαμένην” (διότι επλησίαζεν η παραμονή των Φώτων, ότε ψάλλεται το εύμορφον αυτό τροπάριον). Αλλά δεν ηκούοντο καθαρά οι λόγοι. Εννοών εκλιπούσας τας δυνάμεις του, σαν να ήθελε να παρηγορήσει τας θρηνούσας αδελφάς του διά την ορφανείαν και ταις έλεγεν “Εννοια σας. Αλήθεια. Δεν σας αφήνω τίποτε. Εννοια σας, από τα έργα μου θα λάβητε κάποιαν βοήθειαν. Μην κλαίτε!” Λίγο κονιάκ τού έδωσαν τελευταίον. Μετά 24 ώρας απέθνησκεν».

Η έκδοση του «Βαρδιάνου στα σπόρκα» και οι σχετικές αναφορές στον Παπαδιαμάντη συμπίπτουν και με τις εξαγγελίες των πανηγυρικών εορτασμών της δισεκατονταετηρίδας της Ελληνικής Επανάστασης, όπου κυριαρχούν δράσεις που ενισχύουν την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης στα πρότυπα των αγώνων για τη διασφάλιση της εθνικής ταυτότητας και της συνέχειας του γένους, όπως η «διοργάνωση του διεθνούς φόρουμ “Η Ελλάδα το 2040”», η «δημιουργία του Ερευνητικού Ινστιτούτου για την Τεχνητή Νοημοσύνη», οι «ανοιχτές σε όλους Γιορτές των Πόλεων», τα «ταξίδια σε ιστορικές διαδρομές, Βαδίζοντας στα Αχνάρια του 1821».

Ο Νεοέλληνας του Παπαδιαμάντη τιμά τα μαρτύρια και τις θυσίες και την ιστορία του Γένους, «έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος τής σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και φανή και αυτός γίγας. Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ’ ουδέν ήττον και το ελεύθερον, έχει και θα έχη διά παντός ανάγκην της θρησκείας του. Μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και του πατριωτισμού».

«Μετά μίαν δ’ εβδομάδα τα τελευταία καθαρισθέντα πλοία απέπλευσαν εκ της νήσου» και «…είτα ο ήλιος εκιτρίνιζε βαθμηδόν τα φυλλώματα της κληματαριάς, η υγρασία τα εσάπιζε και ο άνεμος τα απέσπα από το κλήμα και τα έστρωνεν επί της γης, ή τα εσκόρπιζεν εις την άμμον προς την θάλασσαν. Είτα οι κλάδοι έμενον έρημοι, ηπλωμένοι μαύροι επί των βεργών και καλάμων της κρεβατιάς, και ο χειμών τούς εστόλιζε με αγνά κοσμήματα της ασπίλου χιόνος, και ο ξηρός βορράς εσκλήρυνε και εστίλβωνε την χιόνα εις δακτυλιοειδείς κρυστάλλους, κρεμαμένους κάτω, ως δώρα ουρανίου δρόσου συμπυκνωμένης, δεικνύοντας την γην, από την πιότητα της οποίας θα προέλθη ευφορία και βλάστησις και πάσα αγαθωσύνη».

Π. Α. Τσιακούλιας, «Με ένα κερί στο χέρι στης Αγιας Νύχτας την υμνολογία»

«Με ένα κερί στο χέρι» ο Παναγιώτης Τσιακούλιας προσκαλεί τον αναγνώστη σε ένα πρωτότυπο, ευφάνταστο και ονειρικό προσκυνηματικό οδοιπορικό στους Αγίους Τόπους, την «Αγια Νύχτα των Χριστουγέννων», και καταγράφει τις εσωτερικές συγκινήσεις και τα προσωπικά βιώματα καθώς ανασυνθέτει και αναπολεί τη νύχτα του υπερφυούς θαύματος, το οποίο ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αργότερα ονόμασε «Μητρόπολιν των εορτών».

Μέσα από τον ανεξάντλητο πλούτο των θαυμάσιων ύμνων και αναγνωσμάτων των ακολουθιών των εορταστικών ημερών και με την ιδιαίτερη σχέση του, τη βιωματική μετοχή στη λατρεία και την ερμηνεία της βυζαντινής εκκλησιαστικής ποίησης και υμνογραφίας, ο Παναγιώτης Τσιακούλιας σχολιάζει, αναλύει, παραθέτει μία πλούσια συλλογή στοιχείων και πληροφοριών, και ακολουθεί την πορεία της Θεοτόκου και του Ιωσήφ τη νύχτα της Γέννησης.

Ο συγγραφέας αποτυπώνει παραστατικά σκέψεις και συναισθήματα, εμπειρίες και αναδρομές για τη γενέθλια ημέρα της ανθρωπότητας, και «ψηλαφεί», όπως υπογραμμίζει, «τις γραφές, για να οδηγηθούμε σιγά σιγά στο θαυμαστό σπήλαιο -προσωρινή κατοικία- για έναν υψηλότατο ένοικο, τον Ανθρωπο-Θεάνθρωπο, που ήλθε να συνδέσει γη με ουρανό».

{{-PCOUNT-}}16{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Κορυφαίες Ειδήσεις

Προτεινόμενα