Φουντώνει η κόντρα μεταξύ της υφυπουργού Υγείας Φωτεινής Σκοπούλη και του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών.
Απαντώντας στο εξώδικο που απέστειλε η υφυπουργός Υγείας, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών με νέα του ανακοίνωση δηλώνει ότι «εδώ και καιρό έχει ζητήσει την αποπομπή της κυρίας Φ. Σκοπούλη από τη θέση της υφυπουργού Υγείας, επισημαίνοντας τον κίνδυνο που διατρέχει η Δημόσια Υγεία από τη διοίκηση της υφυπουργού».
«Η κυρία Σκοπούλη», δηλώνει ο ΙΣΑ, «με τους απερίσκεπτους και παρακινδυνευμένους χειρισμούς της παρακωλύει το έργο του υπουργείου Υγείας και δίνει λάθος εντυπώσεις και λάθος πληροφορίες»· και συνεχίζει: «Μια κυβερνητική εκπρόσωπος της Υγείας που προσβάλλει τον ίδιο τον πρωθυπουργό, τους κυβερνώντες, τους γιατρούς και τους ασθενείς και υποβαθμίζει όχι μόνο τη νοημοσύνη των φορέων της Υγείας, αλλά και της κοινής γνώμης, δεν έχει ούτε τεχνογνωσία ούτε αποτελεσματικότητα στην άσκηση πολιτικής για την Υγεία».
Αγνοεί τα βασικά
Σύμφωνα με το ανώτατο θεσμικό όργανο των επαγγελματιών Υγείας, η Δημόσια Υγεία της χώρας έχει περιέλθει «σε χέρια ασχέτων», καθώς η εν λόγω υφυπουργός αγνοεί βασικά ζητήματα, όπως «ποιους φορείς πρωτοβάθμιας φροντίδας έχει υπό την αιγίδα της, ποιοι από αυτούς κάνουν εμβολιασμούς ή ποιοι από αυτούς έχουν εμβόλια».
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η κυρία Σκοπούλη από τη μια δηλώνει ότι στα νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας γίνονται εμβολιασμοί για ανασφάλιστους και από την άλλη το αναιρεί, παίζοντας με τα νεύρα των πολιτών και των επαγγελματιών Υγείας και ζητώντας ταυτόχρονα από τους τελευταίους να προχωρήσουν σε καταγραφή των μονάδων και των δράσεών τους.
Την ανακολουθία αυτή… πώς θα μπορούσε αλλιώς κανείς να τη χαρακτηρίσει, ει μη μόνο ασχετοσύνη αλλά και καιροσκοπισμό, συνδυασμός που σε θέματα όπως η Υγεία μπορεί να αποδειχθεί θανάσιμος!
Αλλωστε, μια υπουργός που δεν υπογράφει για τα αντιδραστήρια, που εμποδίζει τη λειτουργία του κράτους στα Κέντρα Αναφοράς για το AIDS και υπόσχεται εμβόλια που δεν υπάρχουν, παρακωλύοντας την εργασία του ΚΕΕΛΠΝΟ, εκθέτει χιλιάδες ανθρώπους σε πραγματικό κίνδυνο αποτελώντας τον υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο για τη χώρα.
Ο σύζυγος…
Ως εκ τούτου, η αποπομπή της δεν μπορεί πλέον να τίθεται σε διαπραγμάτευση ούτε από την ηγεσία του υπουργείου Υγείας ούτε από την κεντρική εξουσία. Αναρωτιέται δε κανείς αν η παραμονή της στο υπουργικό αξίωμα σχετίζεται με τις αγαστές σχέσεις του συζύγου της με μεγάλο εκδοτικό συγκρότημα, τις εξαιρετικές σχέσεις της ιδίας με ισραηλινό πολυεθνικό φαρμακευτικό κολοσσό αλλά και δεσμούς της με ενδιαφέρουσες προσωπικότητες του επιχειρηματικού κόσμου, με τις οποίες εθεάθη να συζητά πρόσφατα στο Μέγαρο Μουσικής. Μήπως οι εν λόγω κύκλοι επέβαλαν την κυρία αυτή στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας ή, μήπως, εν όψει ανασχηματισμού ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Λυκουρέντζος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη μακιαβελική τακτική «Η ισχύς εν τη ενώσει» και γι’ αυτό την κουβάλησε μαζί του στο Παναρκαδικό ενισχύοντας τις φήμες που κυκλοφορούν στα υπουργικά γραφεία ότι έκανε κωλοτούμπα στο «ζήτημα Σκοπούλη»;
Ο,τι από τα δύο και να ισχύει, η κυρία αυτή πρέπει επιτέλους να πάει σπίτι της. Η Δημόσια Υγεία και ασφάλεια των πολιτών δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θυσιάζεται στο βωμό της εταιρικής κερδοσκοπίας και της μικροπολιτικής καιροσκοπίας κάποιων υπό αίρεσιν υπουργών.
Με μόνο σκεπτικό λοιπόν τη διαφύλαξη της Δημόσιας Υγείας, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών αιτήθηκε την παραίτηση και αποπομπή της κυρίας Σκοπούλη μετά την άκρως προσβλητική συμπεριφορά της προς τον πρωθυπουργό και τις αναλήθειες προς όλη την κοινωνία. «Δηλώνουμε για ακόμη μία φορά ότι η Δημόσια Υγεία και η πολιτική της Υγείας δεν λύνεται με παραφιλολογία, αλλά με ηγεσία που έχει στρατηγική, γνώση και αποτελεσματικότητα» τονίζουν οι λειτουργοί της Υγείας και διευκρινίζουν ότι ο ΙΣΑ «ουδέποτε αμφισβήτησε την επιστημονική επάρκεια της κυρίας Φ. Σκοπούλη, αλλά κατέδειξε μόνο την πολιτική της ανεπάρκεια, που ωθεί τη Δημόσια Υγεία σε αδιέξοδο όλο και πιο βαθιά».
Η ανακοίνωση καταλήγει: «Αυτός είναι ο λόγος που ζητούμε την άμεση αντικατάστασή της. Κάποια στιγμή ίσως αντιληφθεί ότι οι πολιτικοί κρίνονται από την αποτελεσματικότητά τους και την ικανότητά τους να παράγουν έργο κι αποτελέσματα, κι όχι στις δικαστικές αίθουσες».


