Σοβιετικό ποσοστό για μια Γερμανίδα από το Αμβούργο, που μεγάλωσε στην Ανατολική Γερμανία. Το εσωκομματικό ρεκόρ της Ανγκελα Μέρκελ γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο, και εκείνη αποδεικνύεται για άλλη μια φορά το ισχυρό χαρτί των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών (CDU).
Η καγκελάριος της Γερμανίας επανεκλέχτηκε πρόεδρος του συντηρητικού κόμματος Ενωση Χριστιανοδημοκρατών στο συνέδριό του στην Κολονία, όπου τα μέλη του CDU κλήθηκαν να εκλέξουν την ηγεσία τους με φόντο τις επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας, τον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού και, κυρίως, την κυριαρχία του κόμματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η νίκη της, ωστόσο, ήταν περισσότερο από δεδομένη, αφού ήταν η μόνη υποψήφια για την προεδρία του κόμματος.
Μετά τον Χέλμουτ Κολ
Η 60χρονη Μέρκελ, η οποία είναι καγκελάριος της Γερμανίας τα τελευταία εννέα χρόνια και πρόεδρος του CDU τα τελευταία 14 έτη, αφότου έπεσαν οι τίτλοι τέλους στην κυριαρχία του Χέλμουτ Κολ στις τάξεις της γερμανικής συντηρητικής παράταξης, εκλέχτηκε πρόεδρος συγκεντρώνοντας το 96,72% των ψήφων. Η καλύτερη επίδοσή της ιστορικά ήταν ωστόσο το 2012, όταν είχε εξασφαλίσει το 97,94% των ψήφων, ενώ υπήρξε η πρώτη γυναίκα που αναδείχθηκε επικεφαλής ενός από τα δύο μεγάλα κόμματα της Γερμανίας το 2000. Αφού οδήγησε το CDU ένα βήμα πριν από τον άπιαστο στόχο του ορίου της αυτοδυναμίας τον περασμένο Σεπτέμβριο, η δημοτικότητά της εκτινάχτηκε, γεγονός που της επιτρέπει να απορρίπτει με άνεση το ενδεχόμενο συνεργασίας με τους Γερμανούς ευρωσκεπτικιστές.
Στην ομιλία της στο κομματικό συνέδριο, πάντως, η Γερμανίδα καγκελάριος δεν έχασε την ευκαιρία να καλέσει ξανά την Ε.Ε. να τηρήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες που έχουν συμφωνηθεί προκειμένου η Ευρώπη να βγει από την κρίση, χαρακτήρισε την κυβέρνησή της έναν παράγοντα ο οποίος εγγυάται τη σταθερότητα στη γηραιά ήπειρο, καυχήθηκε για τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό της Γερμανίας, κάνοντας λόγο, μάλιστα, για «ιστορικό επίτευγμα», υποστήριξε ότι είναι εφικτό να δοθεί μια λύση μέσω της διπλωματίας στην κρίση στην Ουκρανία και για ακόμη μία φορά κατηγόρησε τη Ρωσία, τονίζοντας ότι «έχει παραβιάσει το διεθνές δίκαιο και συνεχίζει να το κάνει».
