Γιατί ο πρωθυπουργός επιθυμεί να στηθούν κάλπες τον Σεπτέμβριο (στις 13) και γιατί η τρόικα αρνείται να δώσει την έγκρισή της
Συνθήκες απόλυτου σουρεαλισμού έχουν διαμορφωθεί στο πολιτικό σκηνικό της χώρας ύστερα από τη δεύτερη ψηφοφορία στη Βουλή, την επιβεβαίωση του σχίσματος στον ΣΥΡΙΖΑ και την παράταση όλων των αβεβαιοτήτων που συνδέονται με τις διαπραγματεύσεις για το νέο Μνημόνιο.
Ενα στοιχείο αυτής της πρωτόγνωρης εικόνας αποτελούν και οι εκλογές, οι οποίες θα μπορούσαν να δώσουν, υπό κανονικές συνθήκες, λύση στο πολιτικό δράμα. Ωστόσο, έχει μπλεχτεί γύρω και από αυτές ένας γόρδιος δεσμός, χωρίς να φαίνεται ακόμη, παρά όσα λέγονται, με ποιον τρόπο μπορεί να κοπεί.
Οι 126 θετικές ψήφοι που έλαβε από το κυβερνητικό στρατόπεδο, τα ξημερώματα της Πέμπτης, το δεύτερο νομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα έδωσαν μια προσωρινή ανάσα στον Αλ. Τσίπρα και ένα μικρό αλλά ίσως κρίσιμο χρονικό περιθώριο για να επιχειρήσει ανασύνταξη των δυνάμεών του και επαναπροσδιορισμό της τακτικής του. Αν τα «ναι» αυτά είχαν υποχωρήσει κάτω από το συνταγματικό (για την επιβίωση μιας κυβέρνησης ανοχής) όριο των «120», το πιθανότερο είναι ότι θα είχαν επισπευσθεί οι πολιτικές εξελίξεις.
Πρόταση μομφής
Ούτως ή άλλως, βέβαια, από τη στιγμή που οι διαφωνούντες του ΣΥΡΙΖΑ -στο πλαίσιο των τακτικισμών στους οποίους επιδίδονται απέναντι στον κ. Τσίπρα- δεν αίρουν γενικότερα την εμπιστοσύνη τους από την κυβέρνηση, για την πτώση της χρειάζεται απαραιτήτως η υποβολή πρότασης μομφής. Το μόνο κόμμα που διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό των 50 βουλευτών είναι η Ν.Δ., η οποία, όμως, όπως έχει δηλώσει, δεν πρόκειται να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τουλάχιστον έως την ολοκλήρωση της συμφωνίας η σημερινή κυβέρνηση μπορεί να παραμείνει στην εξουσία όσες κι αν είναι οι διαρροές που θα έχει από τους κόλπους της. Από πολιτικής πλευράς, όμως, είναι ακρωτηριασμένη και ήδη παρατηρούνται αλλεπάλληλοι κραδασμοί σε αυτό το ερμαφρόδιτο μόρφωμα που συνθέτει την καινούργια μνημονιακή πλειοψηφία.
Τα πλεονεκτήματα
Ο σχεδιασμός του κυβερνητικού επιτελείου, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας», προβλέπει εκλογές το φθινόπωρο, με πιθανότερη ημερομηνία, όπως επιβεβαιώνεται, τη 13η Σεπτεμβρίου. Ομως, την ίδια ώρα, οι δανειστές αρνούνται να δώσουν την έγκρισή τους και, όπως όλα δείχνουν, αυτό θα είναι μια εξίσου σημαντική (παράλληλα με την οικονομική) παράμετρος των διαπραγματεύσεων, αν και αφανής, κατά τις επόμενες κρίσιμες εβδομάδες.
Ο κ. Τσίπρας έχει δύο μεγάλα πλεονεκτήματα που θέλει να εκμεταλλευτεί για να προχωρήσει σε εκλογές τον Σεπτέμβριο. Το ένα είναι ότι, παρά όσα έχουν συμβεί, διατηρεί στις δημοσκοπήσεις πολύ άνετο προβάδισμα, που του επιτρέπει την αισιοδοξία ότι θα βγει νικητής από τις κάλπες. Το προβάδισμα επιβεβαιώνεται -σε μια αντιστρόφως ανάλογη με τις κυβερνητικές επιδόσεις κατάσταση- και στις μετρήσεις αυτής της εβδομάδας. Φαίνεται μάλιστα ότι το ρήγμα με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, με την πτέρυγα Λαφαζάνη και το λεγόμενο «κόμμα της δραχμής» βοηθάει τον πρωθυπουργό να διεισδύσει περισσότερο στην εκλογική δεξαμενή της Κεντροαριστεράς αλλά και της Κεντροδεξιάς. Αναλυτές της κοινής γνώμης υποστηρίζουν, επίσης, ότι ενδεχομένως οι εξ αριστερών απώλειες για τον κ. Τσίπρα να είναι και μικρότερες από τα εκ δεξιών κέρδη.
Κανείς δεν αγνοεί, βέβαια, ότι σε αυτό βοηθά το γεγονός ότι δεν έχει αρχίσει η υλοποίηση των νέων επαχθών μέτρων ούτε οι πολίτες έχουν βιώσει ακόμη την εισοδηματική και φορολογική (π.χ. από τον ΕΝΦΙΑ) πίεση για την τρέχουσα χρονιά. Επομένως, όλα συνεχίζουν να κινούνται επί του παρόντος σε μια πιο θεωρητική βάση, ενώ δεν έχουν μεταφερθεί πλήρως στην πραγματική οικονομία και οι βαριές παρενέργειες από τα capital controls των τραπεζών. Αυτό είναι το δεύτερο πλεονέκτημα, από το οποίο εκτιμά ότι μπορεί να επωφεληθεί για ένα σχετικά ικανό χρονικό διάστημα η κυβέρνηση.
Οι δυσκολίες
Οπως αντιλαμβάνονται στο Μέγαρο Μαξίμου, είναι πολύ πιθανό από το φθινόπωρο και μετά ο χρόνος να σταματήσει να είναι σύμμαχός τους και να μεταβληθεί σε εχθρό τους. Αυτό που επιδιώκουν επομένως (αν και δύσκολο) είναι να μη χρειαστεί, καταρχάς, να νομοθετήσουν άλλα μέτρα στη Βουλή κατά τις επόμενες εβδομάδες, ώστε να μη δοκιμαστεί εκ νέου η αντοχή της κυβέρνησης. Κατά δεύτερον, θέλουν να κλείσει η συμφωνία με τους δανειστές χωρίς κωλυσιεργίες εντός του Αυγούστου και να πάρουν το πράσινο φως για μια σύντομη προεκλογική περίοδο που θα οδηγήσει σε μια νέα αφετηρία εφαρμογής του τρίτου Μνημονίου.
Με βάση αυτό τον σχεδιασμό, το επιτελείο του κ. Τσίπρα εκτιμά ότι έχει τη δυνατότητα να εξουδετερώσει και την Αριστερή Πλατφόρμα. Μπορεί ο κ. Λαφαζάνης και οι συν αυτώ (που σε κάθε περίπτωση αντιμετωπίζουν και τις εσωτερικές διαφωνίες τους για το πώς πρέπει να κινηθούν) να θεωρούν ότι έχουν υπέρ τους τον συσχετισμό δυνάμεων στην Κεντρική Επιτροπή και τις κομματικές οργανώσεις, αλλά η ηγεσία αντιπαραθέτει τον «κοινωνικό» ΣΥΡΙΖΑ.
Ετσι, μέσω των εκλογών ο κ. Τσίπρας υπολογίζει ότι μπορεί να λύσει το εσωκομματικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ, να προλάβει τη φθορά του χειμώνα, να εκμεταλλευτεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η αντιπολίτευση, και ιδιαίτερα η Ν.Δ., και να σχηματίσει μια καινούργια κυβέρνηση με νέους συμμάχους και προσανατολισμούς.
Οι δανειστές παραμένουν δύσπιστοι σε αυτά τα σχέδια επί χάρτου. Δεν θέλουν εκλογές στην παρούσα συγκυρία για αρκετούς λόγους. Υπάρχουν, μάλιστα, και οι πληροφορίες που τους φέρουν να απειλούν ότι θα κλείσουν πάλι τις στρόφιγγες της χρηματοδότησης προς τη χώρα μας, αν διαφανεί πρόθεση για προσφυγή σε κάλπες. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, πάντως, το βασικό ορόσημό τους είναι, σύμφωνα με πληροφορίες, οι εκλογές που πρόκειται να διεξαχθούν στην Ισπανία τον Νοέμβριο και μερικές εβδομάδες νωρίτερα -στις 4 Οκτωβρίου- στην Πορτογαλία. Δεν δέχονται, δηλαδή, να έχει προηγηθεί μια πιθανή εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, η οποία μπορεί να «μεταφραστεί» διαφορετικά στην Ιβηρική Χερσόνησο και να διαταράξει τις ισορροπίες που διαμορφώνονται.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στις τελευταίες δημοσκοπήσεις στην Ισπανία, εν όψει των βουλευτικών εκλογών, το κυβερνών Λαϊκό Κόμμα του Ραχόι και οι Σοσιαλιστές της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχουν επαναποκτήσει μεγάλο προβάδισμα με ποσοστά 29% και 25%, έναντι των Podemos που υποχωρεί στο 15%. Μόλις πριν από μερικές εβδομάδες τα τρία κόμματα έρχονταν σχεδόν στήθος με στήθος, με ποσοστά από 21,5% έως 23%, ενώ οι Podemos είχαν προκαλέσει ρήγμα στο πολιτικό σκηνικό στα μέσα Ιουνίου, όταν αριστεροί σχηματισμοί τους οποίους υποστήριξαν κέρδισαν τέσσερις από τις πέντε μεγαλύτερες πόλεις της χώρας στις δημοτικές εκλογές.
Η κάμψη των Podemos μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στα μηνύματα που έχουν σταλεί ύστερα από τη συνθηκολόγηση της ελληνικής κυβέρνησης και στην οριστική κατάρρευση των σχεδίων για συμμαχία του Νότου κόντρα στο Βερολίνο. Οι δανειστές δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν μια απρόσμενη ανάκαμψη των Podemos στον -ασθενικό έστω- απόηχο ενός εκλογικού αποτελέσματος στην Ελλάδα.
Η Πορτογαλία, από την πλευρά της, συνεχίζει να υπόκειται σε σκληρούς κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, αν και έχει περάσει ένας χρόνος από την έξοδό της από το πρόγραμμα στήριξης. Η μάχη δίνεται μεταξύ του αντιπολιτευόμενου Σοσιαλιστικού Κόμματος και του κεντροδεξιού κυβερνητικού συνασπισμού, υπό τον σημερινό πρωθυπουργό Πέδρο Πάσος Κοέλιο, αλλά, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, δεν απειλείται η προσαρμογή στις εντολές του ιερατείου της ευρωζώνης.
Η «ηρεμία» στον ευρωπαϊκό Νότο αποτελεί επομένως βασική προτεραιότητα για τους δανειστές. Κι αυτός είναι ο λόγος που διαμηνύουν στην Αθήνα ότι «μόνο ύστερα από ένα πεντάμηνο» μπορεί να κάνει σκέψεις για εκλογές. Εκτός κι αν μέσα στις επόμενες τέσσερις εβδομάδες έχουν επιβάλει την ψήφιση του νέου Μνημονίου που θέλουν και έχουν πειστεί ότι δεν χρειάζεται να ανησυχούν ιδιαίτερα…
Και εσωκομματικό δημοψήφισμα;
Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες, μάλιστα, εκτός από τη ρελάνς που σχεδιάζεται μέσω συνεδρίου, είναι λίαν πιθανό ο κ. Τσίπρας να προχωρήσει και σε εσωκομματικό δημοψήφισμα με το οποίο θα πάρει την έγκριση της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ για τους χειρισμούς του και θα εκπαραθυρώσει ουσιαστικά όλους τους διαφωνούντες. Η εκπαραθύρωση αυτή θα αφορά και το θέμα της συμμετοχής τους στα ψηφοδέλτια, για τον πρόσθετο λόγο ότι οι εκλογές, εφόσον είναι εντός 18 μηνών από τις προηγούμενες, θα γίνουν βάσει της συνταγματικής πρόβλεψης με λίστα. Είναι προφανές, άλλωστε, ότι σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα η οργάνωση της αυτόνομης εκλογικής καθόδου για τους διαφωνούντες, ακόμη και να συμφωνήσουν μεταξύ τους, προβλέπεται πολύ δύσκολη.
Ετσι, μέσω των εκλογών ο κ. Τσίπρας υπολογίζει ότι μπορεί να λύσει το εσωκομματικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ, να προλάβει τη φθορά του χειμώνα, να εκμεταλλευτεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η αντιπολίτευση, και ιδιαίτερα η Ν.Δ., και να σχηματίσει μια καινούργια κυβέρνηση με νέους συμμάχους και προσανατολισμούς.
Ανδρέας Καψαμπέλης


