Η ραγδαία φθορά της κυβέρνησης Τσίπρα σε όλα τα μέτωπα! Θα υπάρξει «απόδραση» με εκλογές ή θα επικρατήσει η άποψη ότι, μετά τους κάβους, θα έρθει ξαστεριά; Ποια από τις δύο τάσεις δείχνει να επικρατεί στον ΣΥΡΙΖΑ
Από τον
Ανδρέα Καψαμπέλη
Σοβαρά διλήμματα και εσωτερικές διαφωνίες για την τακτική που θα πρέπει να ακολουθήσει η κυβέρνηση κρύβει η εκλογική «σκόνη» του τελευταίου διαστήματος. Στους κόλπους του κυβερνητικού επιτελείου ήδη αναπτύσσονται, σύμφωνα με πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας» δύο τάσεις όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης, η οποία βαραίνει διαρκώς περισσότερο σε όλα τα μέτωπα. Ολα αυτά μοιάζουν, μάλιστα, με σκηνές από ταινίες προσεχώς…
Οι μαζικές κινητοποιήσεις της Πέμπτης σε ολόκληρη τη χώρα σηματοδότησαν και το τέλος των ψευδαισθήσεων για τον ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις διαθέσεις της κοινωνίας για την πολιτική του. Το πρώτο ρήγμα στις ισορροπίες της προηγούμενης χρονιάς το έφερε η αλλαγή ηγεσίας στη Ν.Δ. και τώρα, που πλησιάζει η ώρα των σκληρών αποφάσεων στο Ασφαλιστικό, στο Αγροτικό και το Φορολογικό, η «προσγείωση» μοιάζει βίαιη. Ακόμη κι αν δεν προβάλει κάποια αξιόπιστη εναλλακτική λύση, η κυβέρνηση Τσίπρα αντιμετωπίζει ραγδαία φθορά, τεράστια πίεση από τους δανειστές και διαρκώς αυξανόμενη απονομιμοποίηση.
Τα σενάρια
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, αναζωπυρώθηκαν -όχι τυχαία- σενάρια περί προσφυγής στις κάλπες έως την άνοιξη. Δημοσιεύματα σε ξένες εφημερίδες, όπως η γερμανική «Bild», συνέβαλαν μάλιστα στην ανακύκλωση των σεναρίων αυτών, τα οποία όντως προωθούνται από ορισμένα κυβερνητικά στελέχη. Αν και αρχικώς επικρατούσε η εκτίμηση ότι πρόκειται μάλλον περί μπλόφας και επικοινωνιακού αντιπερισπασμού, φαίνεται ότι ένα τμήμα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ φλερτάρει με την ιδέα αυτή, σε μια προσπάθεια απεμπλοκής από τα αδιέξοδα που βλέπουν να πλησιάζουν. Κατά τη λογική τους, η διενέργεια εκλογών μπορεί να αποτελέσει την απάντηση όχι στον κίνδυνο διαρροών από την κυβερνητική πλειοψηφία, που δεν θεωρείται πια πολύ πιθανός, αλλά στην ασφυξία που προκαλείται από τη στάση της τρόικας.
Οπως πιστεύουν, οι δανειστές θα συνεχίσουν να αυξάνουν την πίεση όχι μόνο για διαπραγματευτικούς λόγους, αλλά και για να υπηρετήσουν τον στρατηγικό στόχο τους, που είναι η «εξόντωση» του ΣΥΡΙΖΑ και η πλήρης αποδυνάμωσή του ως κόμματος της Κεντροαριστεράς. Υπό την έννοια αυτή, εκτιμάται ότι ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να ανακοπεί αν γίνουν γρήγορα πάλι εκλογές. Είτε τις κερδίσει είτε τις χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ, τα ποσοστά του θα παραμείνουν υψηλά και θα συνεχίσει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν οι θιασώτες αυτής της λύσης.
Τις σχετικές ζυμώσεις τροφοδοτούν και οι δημοσκοπήσεις, είτε βλέπουν το φως της δημοσιότητας είτε όχι. Με όση αξιοπιστία μάλιστα κι αν έχουν, φαίνεται ότι ο κώδωνας του κινδύνου έχει σημάνει για τα καλά. Αυτό που παρατηρείται είναι μια σταδιακή μεταστροφή, κατά τη λογική του εκκρεμούς, η οποία σε λίγο καιρό ίσως να μην είναι αναστρέψιμη. Εστω κι αν η Ν.Δ. τείνει να αποκτήσει ένα καλό προβάδισμα, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να διαθέτει εφεδρείες συσπείρωσης -ακόμη και σε μια «αντι-δεξιά» και «αντι-νεοφιλελεύθερη» λογική-, εν όψει μιας πιθανής εκλογικής αναμέτρησης.
Αναλυτές
Ψύχραιμοι αναλυτές των μετρήσεων κοινής γνώμης, που συνομιλούν και με τα δύο κομματικά επιτελεία, λένε ότι, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, το αποτέλεσμα για την πρωτιά -τουλάχιστον έως την άνοιξη- πρέπει να θεωρείται αμφίρροπο. Αυτός, άλλωστε, είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης δεν βιάζεται να οδηγήσει την πολιτική αντιπαράθεση στα άκρα.
Απέναντι σε όλα αυτά τα σενάρια επί χάρτου, ωστόσο, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι αρχίζει να διαμορφώνεται ένα μέτωπο στελεχών της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ που θεωρούν τυχοδιωκτική κάθε συζήτηση περί εκλογών και ζητούν να σταματήσει. Κατά τη δική τους άποψη, από τη στιγμή που η κυβέρνηση διατηρεί τη δεδηλωμένη στη Βουλή, οφείλει να ακολουθήσει τον δρόμο της πολιτικής σοβαρότητας, να κυβερνήσει, να εφαρμόσει όσα μέτρα απορρέουν από τις συμφωνίες και να κριθεί από τον λαό όταν έρθει η στιγμή, όχι βιαστικά και με σπασμωδικές ενέργειες. Το δεύτερο επιχείρημά τους είναι ότι, αν περάσει τον κάβο της άνοιξης η κυβέρνηση, δεν υπάρχουν στον ορίζοντα άλλες μεγάλες επώδυνες αποφάσεις που θα την απειλήσουν. Επομένως, θα μπορέσει να επικεντρωθεί στην προσπάθεια για ομαλοποίηση της κατάστασης και στην όσο το δυνατόν καλύτερη διαχείρισή της, η οποία, όπως λένε, θα πρέπει να αποτελέσει το συγκριτικό πλεονέκτημά της έναντι των προηγούμενων κυβερνήσεων.
«Μασάζ» με διαχωρισμό πλουσίων και φτωχών
Είναι γεγονός ότι οι δύο απόψεις «πολιορκούν» το Μέγαρο Μαξίμου, και πιο συγκεκριμένα τον ίδιο τον κ. Τσίπρα, ο οποίος θα έχει τον τελευταίο λόγο την ώρα που θα πρέπει να ληφθούν οι αποφάσεις. Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι στα σημεία κερδίζει η δεύτερη τάση, αλλά πολλά θα κριθούν τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες. Η πορεία των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές σε συνδυασμό με τις κοινωνικές αντιδράσεις θα επηρεάσει καταλυτικά το κλίμα, το οποίο βεβαίως τώρα είναι πολύ δυσάρεστο. Εχει αποδειχθεί, όμως, από τις προηγούμενες φορές, ότι στα πρώτα στάδια παρατηρούνται πάντοτε εντάσεις και υιοθέτηση σκληρών θέσεων, οι οποίες όμως στην πορεία μαλακώνουν και καταλήγουν σε συμβιβασμό – ή, τουλάχιστον, σε κάτι που εμφανίζεται ως τέτοιος.
Αν μη τι άλλο, αυτό το σκηνικό, σε κάθε περίπτωση, πειθαναγκάζει τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ σε συσπείρωση, παρά την τεράστια πίεση που δέχονται από την εκλογική τους βάση. Για να συντηρεί μάλιστα αυτή τη συσπείρωση και να δίνει επιχειρήματα στα στελέχη του, το κυβερνητικό επιτελείο φροντίζει να αναδεικνύει μέσα από τις συζητήσεις με τους δανειστές όλα εκείνα τα στοιχεία που στρέφονται κατά των «εύπορων» κοινωνικών ομάδων. Ετσι, στο πλαίσιο αυτό, ο Γ. Κατρούγκαλος μιλά διαρκώς γι’ αυτούς με τα «μαντιλάκια» που κερδίζουν άνω των 60.000 ευρώ ετησίως, επιχειρείται η διάκριση μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων» αγροτών, υποβάλλονται σχέδια για άγρια φορολόγηση στα εισοδήματα άνω των 50.000-60.000 ευρώ κ.λπ. Είτε δηλαδή οδηγηθεί γρήγορα σε εκλογές είτε όχι, είναι προφανές πλέον ότι, για να διατηρηθεί ως κόμμα εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει ένα «ταξικό» πρόσημο στην πολιτική του, πυροδοτώντας αφενός τον αυτοματισμό μεταξύ «φτωχών» και πλουσίων» και, αφετέρου, «αγκαλιάζοντας» τον δημόσιο τομέα έναντι του πολύπαθου ιδιωτικού…


