Μόνο λίγες εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το κλίμα μόνο «γαλήνιο» δεν είναι, όπως πασχίζει να μας πείσει σταθερά η επικίνδυνη κυβέρνηση Μητσοτάκη.
- Από τον
Γιώργο Τραπεζιώτη
Τα επίσημα στοιχεία έρχονται να διαψεύσουν με κρότο το -εδώ και καιρό- διάτρητο κυβερνητικό αφήγημα περί «ήρεμων νερών», καθώς όσο κι αν ενοχλεί το Μέγαρο Μαξίμου η πραγματικότητα των γεγονότων, οι τουρκικές προκλήσεις την τελευταία εξαετία είναι αδιάκοπες, την ώρα που η ελληνική αντίδραση επισκιάζεται από μια εκκωφαντική αδράνεια και σιωπή. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΓΕΕΘΑ, μόνο τον Δεκέμβριο του 2025 καταγράφηκαν 288 παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων από σκάφη του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού και της τουρκικής Ακτοφυλακής.
Ο συνολικός αριθμός για ολόκληρο το 2025 ανήλθε στις 2.988 παραβιάσεις, καθιστώντας το συγκεκριμένο έτος το δεύτερο χειρότερο της περιόδου 2009-2025. Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Στην πρώτη θέση βέβαια παραμένει το 2020, χρονιά κορύφωσης της έντασης με 3.217 παραβιάσεις, ενώ στην τρίτη θέση ακολουθεί το 2024 με 2.499 περιστατικά. Πρόκειται για μια σταθερή, επαναλαμβανόμενη εικόνα, που κάθε άλλο παρά συνάδει με την κυβερνητική ρητορική περί αποκλιμάκωσης. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το συνολικό αποτύπωμα της τελευταίας εξαετίας. Από τις 21.935 παραβιάσεις που καταγράφονται συνολικά από το 2009 έως το 2025 οι 15.418 σημειώνονται στο διάστημα από τον Ιούλιο του 2019 έως τον Δεκέμβριο του 2025 – δηλαδή στην περίοδο διακυβέρνησης Μητσοτάκη.
Ένα στοιχείο που δείχνει ότι το τουρκικό αναθεωρητικό δόγμα όχι μόνο δεν κάμφθηκε αλλά εμπεδώθηκε και γιγαντώθηκε με τις ευλογίες της κυβέρνησης. Ενδεικτικό είναι ότι στα επίσημα στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι παραβιάσεις από τουρκικά αλιευτικά σκάφη, τα οποία δρουν συστηματικά στο Αιγαίο με κρατική κάλυψη, εκμεταλλευόμενα -όπως καταγράφεται- την ανοχή των ελληνικών Αρχών.
Κι όμως, μπροστά σε αυτή την οδυνηρή για τα εθνικά συμφέροντα συνθήκη η κυβέρνηση επιμένει στο δόγμα των «ήρεμων νερών», προτάσσοντας την ανάγκη για έναν διάλογο χωρίς ορατά οφέλη και μια διπλωματία που διέπεται από άφθονο… ερασιτεχνισμό δίχως ψήγμα στρατηγικής. Εν όψει της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν, το ερώτημα επανέρχεται πιεστικό: με ποιο πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο προσέρχεται η ελληνική πλευρά, όταν οι αριθμοί μαρτυρούν διαρκή πίεση και η Αγκυρα εξακολουθεί, εδώ και έξι χρόνια, να δοκιμάζει, να προκαλεί και να εδραιώνει το αναθεωρητικό της αφήγημα;