Οκτώ μέλη εγκληματικής ομάδας που λειτουργούσε οργανωμένο εργαστήριο παραγωγής πλαστών αμερικανικών δολαρίων σε αποθήκη στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης καταδικάστηκαν από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.
Οι ποινές που επιβλήθηκαν κυμαίνονται έως κάθειρξη 5 ετών και 4 μηνών, ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 2019 από αστυνομικούς του Κιλκίς, οι οποίοι εντόπισαν τον χώρο όπου είχε στηθεί πλήρες εργαστήριο παραχάραξης.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα μέλη της ομάδας είχαν τυπώσει δεκάδες χιλιάδες δολάρια, μέρος των οποίων διοχέτευσαν στη Βόρεια Ελλάδα, διαθέτοντάς τα σε τιμές χαμηλότερες της ονομαστικής τους αξίας.
Κατά την έρευνα κατασχέθηκαν έξι εκτυπωτικά μηχανήματα, μεταλλική ρήτρα, μεταλλικές πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις, μηχανήματα μεταξοτυπίας και ειδικός στύλος ανίχνευσης πλαστών χαρτονομισμάτων, μεταξύ άλλου εξοπλισμού.
Το Δικαστήριο έκρινε τους κατηγορουμένους ένοχους για συγκρότηση συμμορίας και για παραποίηση, κατασκευή, κατοχή ή κυκλοφορία παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, αναγνωρίζοντας σε όλους το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς.
Πέντε εξ αυτών καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 5 ετών και 4 μηνών, ενώ οι υπόλοιποι τρεις σε φυλάκιση 4 ετών και 4 μηνών, ποινή μετατρέψιμη προς 5 ευρώ ημερησίως. Η έφεση αποφασίστηκε να έχει αναστέλλουσα δύναμη, με απαγόρευση εξόδου από τη χώρα για όσους καταδικάστηκαν σε κάθειρξη.
Η εισαγγελέας έκανε λόγο για «φάμπρικα παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων», ζητώντας την ενοχή και των οκτώ. Η δίωξη για ένα ένατο πρόσωπο έπαυσε λόγω θανάτου.
Στις απολογίες τους οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις πράξεις που τους αποδίδονται. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι τα χαρτονομίσματα ήταν «κακέκτυπα» και προορίζονταν για διαφημιστική χρήση, επικαλούμενοι ότι ανάμεσα στα κατασχεθέντα υπήρχαν χαρτονομίσματα με το σήμα του ΠΑΟΚ, τα οποία θα διασκορπίζονταν στο γήπεδο της Τούμπας.
Άλλοι ισχυρίστηκαν ότι αγνοούσαν την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων και ότι ανέλαβαν να βρουν αγοραστές πιστεύοντας πως επρόκειτο για γνήσια δολάρια από την περιουσία του Σαντάμ Χουσεΐν, τα οποία δεν γίνονταν δεκτά από ανταλλακτήρια.




