Δεν περνά πλέον σχεδόν ούτε μία ημέρα χωρίς τη δημοσίευση μιας δημοσκόπησης. Αλλοτε από τηλεοπτικούς σταθμούς, άλλοτε από εφημερίδες και ιστοσελίδες, πάντοτε, όμως, με πανομοιότυπο αποτέλεσμα, παρόμοια συμπεράσματα και το ίδιο πολιτικό μήνυμα.
- Από τον Κώστα Καββαδία
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει κυρίαρχη και η πρωτιά της δεν αμφισβητείται, ενώ η συζήτηση, με… ύποπτη ευλάβεια, περιστρέφεται διαρκώς γύρω από το αν το κυβερνών κόμμα θα καταφέρει ή όχι να προσεγγίσει ξανά την αυτοδυναμία. Το φαινόμενο έχει πλέον αποκτήσει χαρακτηριστικά μιας πληκτικής κανονικότητας με εμφανή δόλο και μια επικίνδυνη πρόθεση χειραγώγησης και προεξόφλησης του εκλογικού αποτελέσματος.
Προτού ακόμη ανοίξει οποιαδήποτε συζήτηση για τα ποσοστά και τα συμπεράσματα των δημοσκοπήσεων, γεννάται ένα εξίσου εύλογο ερώτημα που απουσιάζει εκκωφαντικά από τον δημόσιο διάλογο: Ποιος πληρώνει τελικά αυτόν τον αδιάκοπο καταιγισμό δημοσκοπήσεων; Οι πολιτικές έρευνες δεν διενεργούνται αφιλοκερδώς, αντιθέτως αποτελούν ένα εξαιρετικά δαπανηρό προϊόν. Πώς εξηγείται, λοιπόν, ότι στην Ελλάδα σχεδόν κάθε ημέρα εμφανίζεται και μια νέα μέτρηση από τα ΜΜΕ τα οποία δεν φημίζονται ακριβώς και για την οικονομική τους ευρωστία; Και κάτι ακόμα σημαντικότερο, γιατί το φαινόμενο αυτό αποτελεί αποκλειστικά ελληνική ιδιαιτερότητα; Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι δημοσκοπήσεις δημοσιεύονται με φειδώ, κυρίως όταν πλησιάζουν εκλογές ή όταν προκύπτουν σημαντικές πολιτικές εξελίξεις.
Στην Ελλάδα, αντιθέτως, έχουν μετατραπεί σε καθημερινή συνήθεια. Πρόκειται, άραγε, για μια πανάκριβη δημοσιογραφική επένδυση χωρίς εμφανές οικονομικό αντίκρισμα ή μήπως κάποιοι θεωρούν ότι η αξία της δεν μετριέται σε ευρώ αλλά στην πολιτική επιρροή που μπορεί να ασκήσει διαμορφώνοντας κλίμα, προσδοκίες και τελικά συνειδήσεις;
Την ώρα που η κοινωνία ασφυκτιά από την ακρίβεια, τα ενοίκια έχουν εκτοξευτεί, τα εισοδήματα παραμένουν καθηλωμένα και εξανεμίζονται από το τέρας του πληθωρισμού, τα «γαλάζια» σκάνδαλα διαφθοράς διαδέχονται το ένα το άλλο και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς καταγράφεται σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά, ένα ολόκληρο επικοινωνιακό σύστημα μοιάζει να εργάζεται ακατάπαυστα για να επιβάλλει μια διαφορετική ατζέντα, κομμένη και ραμμένη στις βουλές του Μεγάρου Μαξίμου.
Πραγματικά προβλήματα
Μια ατζέντα αριθμών, ποσοστών και εκλογικών προβλέψεων, αποκομμένη από τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας. Η εικόνα που παράγεται καθημερινά μοιάζει με φωτοτυπία. Τα ποσοστά εμφανίζονται λίγο πολύ σταθερά, το πολιτικό σκηνικό παραμένει απολύτως ρευστό, για το αντιπολιτευτικό τοπίο η δυσαρέσκεια καταγράφεται σε υψηλά επίπεδα, αλλά το τελικό συμπέρασμα παραμένει πάντα το ίδιο: η κυβέρνηση παραμένει πρώτη και οι αντίπαλοί της αδυνατούν και να σκεφτούν να απειλήσουν την πρωτοκαθεδρία της.
Το ερώτημα που εύλογα γεννάται είναι αν ο πραγματικός σκοπός αυτού του αδιάκοπου βομβαρδισμού δημοσκοπήσεων είναι η καταγραφή της πραγματικότητας ή η διαμόρφωσή της. Διότι όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται η ίδια εικόνα τόσο περισσότερο επιχειρείται να παγιωθεί στη συνείδηση των πολιτών ως αναμφισβήτητο δεδομένο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει και ο τρόπος προβολής των ευρημάτων.
Σπάνια πρωταγωνιστεί η πρόθεση ψήφου, εκεί όπου η κυβερνητική παράταξη κινείται συνήθως γύρω από το κρίσιμο 25%, που θα της δώσει ή θα της στερήσει το πολυπόθητο μπόνους των 50 εδρών. Αντίθετα, προβάλλεται κατά κανόνα η εκτίμηση ψήφου, η οποία, μέσω της αναγωγής των αναποφάσιστων, εκτοξεύει τα κυβερνητικά ποσοστά κοντά ή και πάνω από το 30%, δημιουργώντας την εντύπωση μιας πολύ ισχυρότερης εκλογικής επιρροής που εξυπηρετεί πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και ο πυρήνας της συζήτησης.
Πόσο ασφαλές είναι σε μια περίοδο πρωτοφανούς πολιτικής ρευστότητας να κατανέμονται με βεβαιότητα ποσοστά αναποφάσιστων που ξεπερνούν το 15%; Πόσο αξιόπιστη μπορεί να θεωρηθεί η πρόβλεψη της τελικής τους εκλογικής συμπεριφοράς όταν τα συναισθήματα που κυριαρχούν συμπυκνώνονται γύρω από την απογοήτευση, την απαξίωση του πολιτικού συστήματος και την έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια;
Η εικόνα της δήθεν αδιαμφισβήτητης «γαλάζιας» κυριαρχίας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό ακριβώς πάνω σε αυτές τις παραδοχές και σε παλαιωμένα εργαλεία μετρήσεων, που επιδιώκουν να προκαταλάβουν πού θα κατευθυνθούν μελλοντικά εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που σήμερα δηλώνουν ότι δεν εμπιστεύονται κανένα κόμμα ή δεν έχουν αποφασίσει τι θα ψηφίσουν. Πρόκειται για μια εξαιρετικά επισφαλή εξίσωση, η οποία όμως παρουσιάζεται συστηματικά ως σχεδόν βέβαιο πολιτικό γεγονός και προκρίνεται (με διάφορες παραλλαγές και ένταση) για να ενισχύσει το χιλιοειπωμένο επιχείρημα της σταθερότητας έναντι του χάους.