Η Αγκυρα βλέπει τον εαυτό της ως αναδυόμενη μεσαία δύναμη, διαθέτει νεοοθωμανική φιλοδοξία σε μια μεταβατική γεωπολιτική εποχή
Η Τουρκία βλέπει τα ήρεμα νερά, που με νύχια και με δόντια επιδιώκει η Ελλάδα, ως ευκαιρία επέκτασης. Μάλιστα, εκπορεύεται ένα νέο αφήγημα από το ερντογανικό καθεστώς, η έννοια του Αιγαίου όχι ως «μετώπου» αλλά ως «κοινού πελάγους». Πώς θα καταστεί αυτό εφικτό;
1) Θέλει μέσω καλωδίων ενέργειας και αγωγών υδροδότησης σε διάφορα ελληνικά νησιά απέναντι από τις ακτές της να καταστήσουν τα τελευταία εξαρτημένα από την Τουρκία.
2) Με τις αναγγελίες NAVTEX και παρεμφερών σχημάτων στοχεύει να εκτελεί δραστηριότητες στον δεσμευμένο χώρο ως περιοχή δικαιοδοσίας της (authority), επιδιώκοντας την παγίωση στο Διεθνές Δίκαιο, όπου η έμπρακτη και συνεχής δραστηριότητα είναι στοιχεία που ενισχύουν την αξίωση δικαιωμάτων.
3) Η έννοια της «περιφερειακής σταθερότητας» οδηγεί εμμέσως στην παγιοποίηση τετελεσμένης πρακτικής και καθημερινής αντίληψης του «κοινού Αιγαίου». Η βίζα που παραχωρήθηκε εύκολα στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, η επιδίωξη για «αδελφοποιήσεις» δήμων, ο «διάλογος» μεταξύ καθηγητών και δημοσιογράφων των δύο χωρών, η διευκόλυνση για τρόφιμα, δομικά υλικά, αλιεία, λιμενικές υπηρεσίες, συνεργασίες σε φυσικές καταστροφές κ.ο.κ. λειτουργούν ως επιδίωξη πρακτικής, δικαιικής, οικονομικής και πολιτισμικής επέκτασης της Τουρκίας για να παγιωθεί η συνδιαχείριση του Αιγαίου.
4) Ο τουρκικός Τύπος μάλιστα μιλά με αυτοπεποίθηση όταν αναφέρει πως πρώτα το Ισραήλ, δεύτερη η Κύπρος και τελευταία η Ελλάδα ανησυχούν για την επέκταση της Τουρκίας. Η ενίσχυση της θεωρούμενης ως συγκρουσιακής πορείας μεταξύ Ισραήλ – Τουρκίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον αυξανόμενο αντισημιτισμό εντός της Δύσης, δεν θεωρείται μειονέκτημα για την Τουρκία. Αντιθέτως. Θεωρείται ως ευκαιρία υποβάθμισης της Ελλάδας μέσω της αυξανόμενης ανησυχίας της Δύσης μήπως και φύγει η Τουρκία από το δυτικό στρατόπεδο. Μια μείωση της έντασης με το Ισραήλ θα χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό όπλο από την Τουρκία για να λάβει ανταλλάγματα στο Αιγαίο.
Ολα αυτά, βέβαια, θα έπρεπε να ανησυχούν την ελληνική εξωτερική πολιτική, που μοναδική επιδίωξη έχει την εμπέδωση της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή. Και εδώ υπεισέρχεται ο κρίσιμος παράγοντας: Η αυτοαντίληψη. Η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της ως αναδυόμενη μεσαία δύναμη, διαθέτει νεοοθωμανική φιλοδοξία, σε μια μεταβατική γεωπολιτική εποχή.
Διαθέτει εγχώρια πολεμική βιομηχανία, drones, θα προβεί σε εξορύξεις με την Chevron, επέκταση σε τουρκογενή κράτη, αινιγματικές δηλώσεις Φιντάν για πυρηνικά. Είναι παραγωγός ισχύος. Η Ελλάδα; Εξαρτημένη από πανάκριβους εξοπλισμούς, που φτωχαίνουν το έθνος, δημογραφικά παρηκμασμένη (με υπουργούς να προτείνουν εισαγωγή πληθυσμών!), με βάσεις υπό ξένη διοίκηση και εξωτερική πολιτική περιορισμένη στη «διαχείριση ισορροπιών».
Το δόγμα «Αρνησης της θάλασσας» είναι ρεαλιστικό μόνο με τις παρούσες χαμηλές φιλοδοξίες. Θα έπρεπε να έχουμε δόγμα τιμωρίας και αναγκαστικής συμμόρφωσης, αλλά αυτό απαιτεί εθνική συνείδηση ότι η μοίρα μας είναι αυτοκρατορική, όχι μικροελλαδίτικη. Στο μεταπολιτευτικό αυτό σκηνικό, όπου η ελίτ αυτοαναπαράγεται εκτός πραγματικότητας, η «αξιολόγηση» μιας πρόσκλησης Τραμπ ενώ τρέχουμε στον Ερντογάν δεν είναι παρά το τελευταίο επεισόδιο ενός failed state που έχει ξεχάσει τι σημαίνει κυριαρχία.
*Υπ. δρ Γεωπολιτικής – πρόεδρος Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών



