Βαθύτατο διχασμό και πολιτική θύελλα πυροδότησαν στο αμερικανικό Κογκρέσο οι αεροπορικές επιδρομές που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ, σε συνεργασία με το Ισραήλ, εναντίον του Ιράν.
Ενώ η συντριπτική πλειονότητα των Ρεπουμπλικανών χαιρέτισε την επιχείρηση ως μια «αποφασιστική» στρατιωτική ενέργεια ισχύος, κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών πέρασαν στην αντεπίθεση, κάνοντας λόγο για μια «παράνομη» και «αντισυνταγματική» επίθεση, προειδοποιώντας παράλληλα για τον άμεσο κίνδυνο μιας γενικευμένης, ολοκληρωτικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Η Ρεπουμπλικανική πτέρυγα συσπειρώθηκε γύρω από τον Πρόεδρο, με τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον, να δηλώνει μέσω της πλατφόρμας X ότι η Τεχεράνη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τις ολέθριες συνέπειες των πράξεών της.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο βουλευτής Τομ Έμερ χαρακτήρισε τη δράση ως μια «τολμηρή πράξη ισχύος», ενώ ο γερουσιαστής Τομ Κότον, ξυπνώντας μνήμες από την κρίση των ομήρων του 1979, διαμήνυσε ότι ο «λογαριασμός του χασάπη» επιτέλους πληρώνεται από τους Αγιατολάχ.
Ιδιαίτερα σφοδρός ήταν και ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ, ο οποίος χαρακτήρισε την επιχείρηση ιστορικό ορόσημο και τόνισε ότι η πτώση του καθεστώτος είναι «απαραίτητη και παραπάνω από δικαιολογημένη», καθώς έχει αμερικανικό αίμα στα χέρια του.
Ωστόσο, υπήρξαν και ρεπουμπλικανικές ενστάσεις, με τον βουλευτή Τόμας Μάσι να αντιτίθεται στη στρατιωτική εμπλοκή, θεωρώντας την αντίθετη στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική» και ανακοινώνοντας συνεργασία με τους Δημοκρατικούς για να τεθεί η επιχείρηση σε ψηφοφορία στο Κογκρέσο.
Από την πλευρά των Δημοκρατικών, η καταδίκη ήταν σχεδόν καθολική. Ο γερουσιαστής Τζακ Ριντ κατηγόρησε τον Τραμπ ότι οδηγεί τη χώρα σε πόλεμο χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και, το κυριότερο, χωρίς κανένα σαφές σχέδιο απεμπλοκής.
Ο Εντ Μάρκι χαρακτήρισε την επίθεση «παράνομη», εκφράζοντας έντονη ανησυχία για τον κίνδυνο ευρύτερης περιφερειακής κλιμάκωσης και τις επιπτώσεις για τις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή.
Μοναδική εξαίρεση στους Δημοκρατικούς αποτέλεσε ο γερουσιαστής Τζον Φέτερμαν, ο οποίος στήριξε ανοιχτά την απόφαση, θεωρώντας την αναγκαία για την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ειρήνης.


