Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκονται οι γερμανικές και γαλλικές Αρχές ασφαλείας, καθώς Παρίσι και Βερολίνο θεωρούν πως πυκνώνουν οι ενδείξεις που υπάρχουν για μια ενορχηστρωμένη, μακροπρόθεσμη στρατηγική της Ρωσίας με στόχο την αλλοίωση των αποτελεσμάτων στις επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις στις δύο χώρες.
Μέσα από ένα σύνθετο οικοσύστημα κρατικών και μη κρατικών παραγόντων, εκτιμάται ότι η Μόσχα επιχειρεί να βαθύνει τις κοινωνικές διαιρέσεις και να πλήξει πολιτικούς που αντιτίθενται στα συμφέροντά της, επιστρατεύοντας από εξελιγμένα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης μέχρι παραδοσιακές μεθόδους συκοφάντησης.
Στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης βρίσκεται η Γερμανία, όπου οι υπηρεσίες ασφαλείας παρακολουθούν στενά στοχευμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης εν όψει των κρίσιμων κρατιδιακών εκλογών του Σεπτεμβρίου. Στις 6 Σεπτεμβρίου η Σαξονία-Ανχαλτ εκλέγει νέο Κοινοβούλιο, ενώ στις 20 Σεπτεμβρίου ακολουθούν οι κάλπες στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο.
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται η «Επιχείρηση Ματριόσκα», μια εκστρατεία που είχε εντοπιστεί και στις περσινές ομοσπονδιακές εκλογές. Η μέθοδος περιλαμβάνει εκατοντάδες βίντεο που κυκλοφορούν σε πλατφόρμες όπως το Χ, τα οποία φέρουν πλαστά λογότυπα γνωστών γερμανικών μέσων ενημέρωσης για να προσδώσουν εγκυρότητα στις ψεύτικες ειδήσεις που προωθούν διαδικτυακά.
Πρόκληση διχασμού
Οι ρωσικές τακτικές εξελίσσονται διαρκώς για να προκαλέσουν μέγιστο διχασμό, όπως παρατηρούν ειδικοί των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών. Αρχικά, επιδιώχθηκε η αναζωπύρωση των ιστορικών διαιρέσεων μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας, μέσω ψευδών ισχυρισμών για συστηματικό bullying παιδιών από την Ανατολή σε σχολεία της Δύσης.
Στη συνέχεια, η λάσπη μετατοπίστηκε σε προσωπικό επίπεδο, με ανυπόστατες κατηγορίες κατά πολιτικών για σεξουαλικά αδικήματα και καταχρήσεις. Σύμφωνα με πηγές ασφαλείας, μοναδικές εξαιρέσεις από τη στοχοποίηση αποτελούν η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) και η λαϊκιστική Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW).
Την ίδια στιγμή, στη Γαλλία η ρωσική ανάμειξη εκτιμάται από τις τοπικές Αρχές πως εντείνεται οκτώ μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές. Αν και οι ενέργειες είναι λιγότερο ορατές, συνιστούν την πρώτη ευθεία επίθεση κατά υποψηφίων από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου. Ο κεντροδεξιός Εντουάρ Φιλίπ και ο πρώην πρωθυπουργός Γκαμπριέλ Ατάλ στοχοποιήθηκαν με ψεύδη για την κατάσταση της υγείας τους, ενώ επιθέσεις δέχτηκε και ο αριστερός ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλιξμάν. «Η καμπάνια θα σημαδευτεί από τη ρωσική ανάμειξη» προειδοποιεί ο Γκλιξμάν, ενώ ο Ατάλ κατηγορεί τη Μόσχα ότι επιχειρεί «να κλέψει την ψηφοφορία».
Η αντίδραση του Παρισιού είναι θεσμική. Στελέχη της κυβέρνησης, με επικεφαλής τον Σεμπαστιέν Λεκορνί, παρουσίασαν νομοσχέδιο που τριπλασιάζει τις ποινές για διασπορά ψευδών ειδήσεων, οι οποίες αγγίζουν τα έξι χρόνια φυλάκισης αν αποδειχτεί εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων. Παράλληλα, θεσπίζεται ειδική «επιτροπή ενημέρωσης» για την προστασία του κοινού, ενώ ο πρωθυπουργός ξεκίνησε διαβουλεύσεις με τα κόμματα, οι οποίες θα συνεχιστούν τον Σεπτέμβριο. Ωστόσο, η γαλλική Αριστερά ζητά δυναμικότερα μέτρα κατά των ξένων πλατφορμών, με την επικεφαλής των Οικολόγων, Μαρίν Τοντελιέ, να προτείνει ακόμη και την προσωρινή διακοπή λειτουργίας του Χ, ειδικά μετά τα πολιτικά μηνύματα του Ιλον Μασκ υπέρ της Μαρίν Λεπέν.
Σιγή ιχθύος
Στον αντίποδα, η γαλλική Δεξιά και η Ακρα Δεξιά τηρούν σιγήν ιχθύος. Το ζήτημα είναι εξαιρετικά ευαίσθητο για την Εθνική Συσπείρωση, λόγω του παλαιότερου δανείου του από ρωσική τράπεζα, παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος του κόμματος, Ζορντάν Μπαρντελά, σκλήρυνε τη στάση του χαρακτηρίζοντας τη Μόσχα «πολυδιάστατη απειλή». Η πρόσφατη εμπειρία της Ρουμανίας, όπου οι Αρχές ακύρωσαν την εκλογή του Καλίν Γκεοργκέσκου λόγω παράνομης εκστρατείας στο TikTok, οδηγώντας τελικά στην ανάδειξη του φιλοευρωπαίου Νικουσόρ Νταν, αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα που οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θέλουν πάση θυσία να αποφύγουν.
