Έντονος προβληματισμός από την άνοδο της τιμής της βενζίνης
Η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας αποτελεί μια σύνθετη εξίσωση για την οικονομία, καθώς, ενώ επιβαρύνει σημαντικά τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών, τροφοδοτεί παράλληλα τα δημόσια έσοδα μέσω της υψηλής φορολογίας στα καύσιμα.
Ωστόσο, η ενίσχυση των κρατικών ταμείων δεν είναι μια γραμμική ή εγγυημένη διαδικασία, αφού το φαινόμενο της ακρίβειας επηρεάζει συνολικά τις καταναλωτικές συνήθειες και δεν περιορίζεται μόνο στις διακυμάνσεις των τιμών των υγρών καυσίμων.
Με τη διεθνή τιμή του Brent να σταθεροποιείται στα 84-85 δολάρια το βαρέλι, οι εγχώριες τιμές στις αρχές Μαρτίου διαμορφώθηκαν στα 1,765 ευρώ για την αμόλυβδη και στα 1,588 ευρώ για το πετρέλαιο κίνησης.
Η έντονη μεταβλητότητα των αγορών αποτυπώνεται καθαρά στις μέγιστες τιμές που καταγράφει το Παρατηρητήριο, οι οποίες αγγίζουν τα 2,350 ευρώ ανά λίτρο, αναδεικνύοντας την ταχύτητα με την οποία μεταφέρονται οι διεθνείς πιέσεις στην ελληνική αντλία.
Η αρχιτεκτονική των εσόδων και ο ρόλος των φόρων
Η σχέση των δημόσιων εσόδων με τις τιμές των καυσίμων καθορίζεται από δύο διαφορετικούς φορολογικούς μηχανισμούς. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) παραμένει σταθερός στα 0,70 ευρώ ανά λίτρο βενζίνης, γεγονός που σημαίνει ότι το κράτος εισπράττει το ίδιο ποσό ανεξάρτητα από το αν η τιμή του πετρελαίου ανεβαίνει ή πέφτει. Αντίθετα, ο ΦΠΑ 24% είναι αναλογικός και αυξάνεται όσο ακριβότερο γίνεται το προϊόν, αποτελώντας την κύρια πηγή πρόσθετων εσόδων σε περιόδους ανατιμήσεων.
Στην τρέχουσα συγκυρία, οι φόροι και τα τέλη αντιπροσωπεύουν το 60,08% της τελικής τιμής της αμόλυβδης, δηλαδή περίπου 1,0519 ευρώ ανά λίτρο, όταν η τιμή του διυλιστηρίου περιορίζεται στα 0,5478 ευρώ.
Ενδεικτικά, αν η τιμή από τα 1,765 ευρώ σκαρφαλώσει στα 1,90 ή στα 2 ευρώ, το κράτος κερδίζει επιπλέον από τον ΦΠΑ περίπου 2,6 έως 4,5 λεπτά ανά λίτρο αντίστοιχα. Αυτό το άμεσο δημοσιονομικό όφελος, όμως, παραμένει μετέωρο μέχρι να προσμετρηθεί η αντίδραση των καταναλωτών.
Η απειλή της μειωμένης κατανάλωσης
Παρόλο που η ζήτηση για καύσιμα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό ανελαστική, η παρατεταμένη ακρίβεια οδηγεί συχνά σε μείωση του όγκου κατανάλωσης, καθώς πολλοί οδηγοί περιορίζουν τις μετακινήσεις τους ή αναζητούν εναλλακτικά μέσα. Αυτή η υποχώρηση της ζήτησης πλήττει άμεσα τα έσοδα από τον ΕΦΚ, ο οποίος υπολογίζεται ανά μονάδα προϊόντος.
Για παράδειγμα, μια κάμψη της κατανάλωσης κατά 5% μπορεί να προκαλέσει απώλεια 35.000 ευρώ ανά εκατομμύριο λίτρα μόνο από τον ΕΦΚ. Για να αναπληρωθεί αυτή η απώλεια μέσω του αυξημένου ΦΠΑ, θα έπρεπε η τιμή της αμόλυβδης να εκτιναχθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα χωρίς να χαθεί περαιτέρω όγκος πωλήσεων. Στην πράξη, η αύξηση του ΦΠΑ από μια τιμή της τάξης του 1,90 ευρώ αποδίδει περίπου 24.800 ευρώ, ποσό που δεν επαρκεί για να καλύψει το κενό του ΕΦΚ, εξηγώντας γιατί το ράλι των τιμών μπορεί τελικά να αποδειχθεί «δώρο άδωρο» για τα δημόσια ταμεία.


