Από τον Νίκο Σώκο
Η επιτυχημένη παράσταση «Απόλαυσις στη γειτονιά», μετά την θερμή υποδοχή της στο θέατρο Αλκμήνη της Αθήνας, ετοιμάζει τις αποσκευές της για να μεταφέρει τη «μπουγάδα» της και τη μοναδική της ατμόσφαιρα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στις γειτονιές της Πάτρας και του Αγρινίου.
Ο θίασος «Νι, το Τελικό» ζωντανεύει το εμβληματικό διήγημα του 1900, μεταφέροντας το κοινό σε μια Αθήνα όπου οι αυλές, τα σκαλάκια και τα μπαλκόνια γίνονται το σκηνικό μιας παράδοξης ένωσης των ανθρώπων. Η ιστορία εκκινεί από έναν θάνατο που «πέφτει» στη συνοικία, καθώς ο νεαρός Μιχαλάκης επιλέγει να βάλει τέρμα στη ζωή του για τα μάτια μιας «νόστιμης» κοπέλας, της Νανίας.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το τραγικό μπλέκεται αριστοτεχνικά με το κωμικό, καθώς οι γείτονες μετατρέπονται σε μια παρέα και αναζητούν αφορμή για επικοινωνία μέσα από τον σχολιασμό και την περιέργεια.
Τα «πτερόεντα» λόγια που πετάνε από παράθυρο σε εξώστη επιδεικνύουν τις μικρές καθημερινές παραξενιές και τις παρεξηγήσεις, ενώ οι ήρωες καλούνται να αναρωτηθούν αν μπορούν τελικά να βγουν από το ασφαλές καβούκι τους και να μοιραστούν το βάρος της ζωής.
Στο πλαίσιο της περιοδείας της παράστασης, είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον Γρηγόρη Πανταζή, έναν εκ των βασικών ερμηνευτών του θιάσου, ο οποίος μας μετέφερε τη δική του οπτική για τη συνάντηση του παπαδιαμαντικού λόγου με το σήμερα.
1. Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη, ο θάνατος του νεαρού Μιχαλάκη αντιμετωπίζεται από τη γειτονιά σχεδόν σαν ένα κοινωνικό δρώμενο, μια «απόλαυση» μέσα από τον σχολιασμό και την περιέργεια. Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς, ως ηθοποιό, να ισορροπήσετε ανάμεσα στη σκληρότητα αυτής της κοινωνικής «κατασκοπείας» και την ανάγκη των ηρώων να επικοινωνήσουν, έστω και με αφορμή ένα τραγικό γεγονός;
1. Δεν θα έλεγα ότι ήταν δύσκολο — ήταν κυρίως πολύ ενδιαφέρον. Μπαίνεις σε μια διαδικασία να φανταστείς πόσο μόνος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, που τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με κάτι τόσο τραγικό, όπως η αυτοκτονία ενός νέου παιδιού, σχεδόν παύει να το βλέπει ως γεγονός. Και αρχίζει, μαζί με όλη τη γειτονιά, να ρωτάει: τι έγινε, γιατί έγινε, πώς έγινε… Μπαίνει σε μια λογική παρατήρησης, σχεδόν “έρευνας”. Και εκεί εμφανίζεται και ένα περίεργο χιούμορ — που στην ουσία κρύβει αμηχανία και μοναξιά. Για μένα, η ισορροπία ήταν ακριβώς εκεί: να μην κρίνω αυτούς τους ανθρώπους ως “σκληρούς”, αλλά να δείξω ότι πίσω από αυτή τη συμπεριφορά υπάρχει μια βαθιά ανάγκη για επαφή. Οπότε προσπαθήσαμε να κρατήσουμε και τις δύο πλευρές ζωντανές — και την ενόχληση και την ανθρώπινη ανάγκη.
2.Η παράσταση ταξιδεύει τώρα στην Πάτρα και το Αγρίνιο. Πιστεύετε ότι η έννοια της «γειτονιάς» και των «λόγων που πετάνε» από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, όπως την περιγράφει ο Παπαδιαμάντης το 1900, παραμένει πιο ζωντανή στην ελληνική επαρχία σε σχέση με την Αθήνα; Πώς εισπράττει το κοινό εκτός των τειχών αυτή τη «μπουγάδα» αναμνήσεων και παρεξηγήσεων που στήνετε επί σκηνής;
2.Με βάση όσα έχω ζήσει, θεωρώ πως η επαρχία δεν έχει καμία σχέση με την Αθήνα. Έχοντας περάσει 18 ολόκληρα χρόνια στο Αγρίνιο μέχρι την ενηλικίωσή μου και έχοντας σπουδάσει στην Πάτρα, νιώθω ότι εκεί τα πράγματα είναι πολύ πιο ανθρώπινα. Η Αθήνα στα μάτια μου φαντάζει πλέον απόμακρη και αφιλόξενη. Το οξύμωρο που βιώνω στην Αθήνα είναι ότι, ενώ οι πολυκατοικίες είναι έτσι δομημένες που ζούμε ο ένας πάνω στον άλλον, στην πραγματικότητα δε μιλάμε. Συναντάω τον γείτονα στο ασανσέρ, του λέω «καλημέρα» και δεν μου απαντάει, λες και δεν την αξίζω. Είναι πολύ περίεργο να έρχεσαι από την επαρχία, όπου έλεγες μια καλημέρα και σε άκουγε όλη η πλατεία, σε μια πόλη που αν το κάνεις αυτό, θα σε περάσουν για τρελό. Πιστεύω ότι ο Παπαδιαμάντης γράφει για μια Αθήνα που δεν υπάρχει πια και θα ήθελα πολύ να τη γνωρίσω. Η επαρχία όμως κρατάει ακόμα στοιχεία της γειτονιάς. Θέλω να ξέρω τον γείτονά μου, να έχω έναν άνθρωπο να ζητήσω μια βοήθεια αν συμβεί το οτιδήποτε. Ειδικά το Αγρίνιο φέρει αυτά τα στοιχεία πολύ πιο έντονα σε σχέση με την Πάτρα, που είναι μεγαλούπολη. Το κοινό εισπράττει πολύ έντονα αυτό που συμβαίνει επί σκηνής· συγκινείται σε πολλές στιγμές, αλλά και γελάει. Υπάρχει μια ευθραυστότητα στις εικόνες που βλέπει ο θεατής, γιατί του θυμίζουν πράγματα που μπορεί να έχει δει ή να του τα έχει περιγράψει κάποιος από τους γονείς ή τους παππούδες του. Πολλοί έρχονται στο τέλος και μας λένε: «Παιδιά, αυτό μου θύμισε πολύ έντονα τη γιαγιά μου στο χωριό».

Η ομάδα «Νι, το Τελικό» προσεγγίζει το κείμενο με σεβασμό στη γλώσσα του Σκιαθίτη μπολιάζοντάς το με τη ζωντάνια της θεατρικής πράξης υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Ανδρέα Κάτσενου. Στη σκηνή ζωντανεύουν τους ήρωες οι ηθοποιοί Ανδρέας Κάτσενος, Άγγελος Κούκος, Γρηγόρης Πανταζής, Φιλίππη Ρούβαλη και Μαίρη Χρυσανθακοπούλου. Την πολύτιμη συμβολή τους προσφέρουν η Μαριάννα Μωυσίδου (Βοηθός Σκηνοθεσίας-Δραματουργία), ο Στέφανος Μπαρζούκας (Ρυθμολογία), ο Βαγγέλης Μουρελάτος (Μουσική) και η Μάρω Πέτλη (Κινησιολογία). Η παραγωγή ανήκει στην Himera με την εκτέλεση να αναλαμβάνει η ομάδα «Νι, το τελικό», ενώ ο Γεώργιος Κούκος επιμελείται τη σκηνογραφία. Την οπτική ταυτότητα υπογράφει ο Παναγιώτης Σιγαλός (αφίσα), το φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό οι Ανδριάνα Ζαχαριάδου, Γεώργιος Κούκος και Έλλη Ιατρού. Την επικοινωνία της παράστασης έχουν αναλάβει η Βικτωρία Καρακάσογλου και ο Αντώνιος Κίτσιος.
