Κατηγορηματικός ο Φρίντριχ Μερτς
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς εξέφρασε σήμερα (13/3) την έντονη αντίθεσή του σε οποιαδήποτε χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν λάθος.
Η δήλωσή του έρχεται στον απόηχο της αμερικανικής απόφασης να επιτρέψει για 30 ημέρες την αγορά ρωσικού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων που έχουν ήδη φορτωθεί σε πλοία, με στόχο τη σταθεροποίηση των τιμών ενέργειας εν μέσω της κρίσης στο Ιράν.
Στη διάρκεια επίσκεψής του στη Νορβηγία, ο Μερτς συνυπέγραψε ουσιαστικά αυτή την άποψη με τον Νορβηγό πρωθυπουργό Γιόνας Γκαρ Στέρε, ο οποίος επίσης τάχθηκε κατά οποιασδήποτε χαλάρωσης των ενεργειακών κυρώσεων σε βάρος της Μόσχας.
Ο Γερμανός καγκελάριος υπογράμμισε ότι η αξιοποίηση υπαρχόντων αποθεμάτων πετρελαίου μπορεί να συμβάλει σε κάποιο βαθμό στον έλεγχο των τιμών, χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να θιγούν οι κυρώσεις.
Παράλληλα, αποκάλυψε ότι η Γερμανία έμαθε μόλις το πρωί για την κίνηση της Ουάσινγκτον και εξέφρασε την επιθυμία να ενημερωθεί για τα κίνητρα πίσω από αυτή την απόφαση.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο στρατιωτικής προστασίας θαλάσσιων διαδρομών, όπως το στενό του Χορμούζ, ο Μερτς ήταν κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί κάτι τέτοιο. Η Γερμανία δεν συμμετέχει σε αυτόν τον πόλεμο (στο Ιράν) και δεν επιθυμούμε να εμπλακούμε».
Στο εσωτερικό μέτωπο, η υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε εξέφρασε στο Βερολίνο την ανησυχία της για την αμερικανική κίνηση, προειδοποιώντας ότι κινδυνεύει να συνεχίσει να «γεμίζει τα ταμεία» του Βλαντίμιρ Πούτιν για τον πόλεμο. Η ίδια αναφέρθηκε στην έντονη πίεση που δέχονται οι ΗΠΑ για να περιορίσουν τις τιμές ενέργειας, αλλά τόνισε ότι η χαλάρωση των κυρώσεων δεν αποτελεί τη σωστή απάντηση.
Από την πλευρά της Μόσχας, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ ερμήνευσε την αμερικανική απόφαση ως προσπάθεια σταθεροποίησης των παγκόσμιων αγορών ενέργειας, κάτι που, όπως είπε, εξυπηρετεί κοινό συμφέρον ΗΠΑ και Ρωσίας. Χωρίς την είσοδο σημαντικών ποσοτήτων ρωσικού πετρελαίου στην αγορά, πρόσθεσε, μια τέτοια σταθεροποίηση δεν μπορεί να επιτευχθεί.
Με λίγα λόγια, η εξέλιξη αυτή προκαλεί νέες ρωγμές μεταξύ συμμάχων, με την Ευρώπη (και ιδιαίτερα Γερμανία-Νορβηγία) να επιμένει στη σκληρή γραμμή κατά της Ρωσίας, ενώ η Ουάσινγκτον προχωρά σε προσωρινή ευελιξία για να αντιμετωπίσει τις άμεσες πιέσεις από τις τιμές.


