Προαναγγελία για το μεγαλύτερο κύμα επιθέσεων από τον Πιτ Χέγκσεθ – Αίτημα για πρόσθετη χρηματοδότηση 200 δισ. δολαρίων.
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση «Epic Fury» στο Ιράν, με τον υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, να ανακοινώνει σήμερα, 19 Μαρτίου 2026, την περαιτέρω εντατικοποίηση των αεροπορικών πληγμάτων. Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στο Πεντάγωνο, ο Χέγκσεθ προανήγγειλε ότι η σημερινή ημέρα θα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο πακέτο επιθέσεων μέχρι στιγμής, στοχεύοντας βαθύτερα στην ιρανική επικράτεια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασαν ο υπουργός και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν πλήξει περισσότερους από 7.000 στόχους από την έναρξη των εχθροπραξιών στις 28 Φεβρουαρίου.
Η στρατιωτική εικόνα στο πεδίο
Η ηγεσία του Πενταγώνου υποστήριξε ότι οι δυνατότητες του Ιράν έχουν υποστεί σημαντική διάβρωση. Συγκεκριμένα:
Οι επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους και drones κατά των αμερικανικών δυνάμεων έχουν μειωθεί κατά 90%.
Περισσότερα από 120 πλοία του ιρανικού ναυτικού και 11 υποβρύχια έχουν τεθεί εκτός μάχης.
Η αμυντική βιομηχανική βάση της χώρας έχει πληγεί καίρια, εμποδίζοντας την αναπλήρωση του οπλισμού.
Παρά τη διαπίστωση ότι το Ιράν διατηρεί ακόμη περιορισμένη ικανότητα πληγμάτων, ο Χέγκσεθ τόνισε ότι οι ΗΠΑ παραμένουν προσηλωμένες στην καταστροφή των εκτοξευτών πυραύλων και στη διασφάλιση ότι η Τεχεράνη δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα.
Χρηματοδότηση και επόμενα βήματα
Το Πεντάγωνο επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με το Κογκρέσο για την έγκριση πρόσθετων κονδυλίων, με το ποσό να εκτιμάται στα 200 δισεκατομμύρια δολάρια. Η χρηματοδότηση αυτή κρίνεται απαραίτητη για τη συνέχιση των επιχειρήσεων και την αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων.
Σχετικά με τη διάρκεια του πολέμου, ο Χέγκσεθ απέφυγε να θέσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, σημειώνοντας ότι η επιχείρηση εξελίσσεται σύμφωνα με το σχεδιασμό και ότι η τελική απόφαση για την ολοκλήρωση της αποστολής ανήκει στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, απέρριψε τις επικρίσεις περί εμπλοκής σε έναν «αιώνιο πόλεμο», διαχωρίζοντας τη συγκεκριμένη επιχείρηση από προηγούμενες αμερικανικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή.


