Στις 15 Ιουνίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης συναντήθηκε στην Αθήνα με τον Σαντάμ Χαφτάρ, υπαρχηγό του Λιβυκού Εθνικού Στρατού του πατέρα του, Χαλίφα Χαφτάρ. Το υπουργείο Εξωτερικών, με την κλασική «ξύλινη γλώσσα», τα είδε -όπως πάντα- «όλα καλά»! Στη σχετική ανακοίνωση η Βασιλίσσης Σοφίας ανέφερε «επιβεβαίωση κοινής βούλησης» για ενίσχυση σχέσεων, ανάδειξη ρόλου της Ελλάδας ως «αξιόπιστου συνομιλητή» στην Ε.Ε. και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, και πρόοδο στους διαύλους επικοινωνίας με την ανατολική Λιβύη.
- Νικ. Σταυρουλάκις
Ο Γ. Γεραπετρίτης πηγαινοέρχεται στη Λιβύη και άκρη δεν βγαίνει. Κάθε φορά «επιβεβαιώνεται η κοινή βούληση για περαιτέρω ενίσχυση των διαύλων επικοινωνίας και της ιδιαίτερα ικανοποιητικής σχέσης που έχει αναπτυχθεί με την ανατολική Λιβύη», όπως ανέφεραν διπλωματικές πηγές, οι οποίες στη συνέχεια άφηναν να διαρρεύσουν και τα γνωστά μονομερή αυτάρεσκα συμπεράσματα της Αθήνας, όπως ότι «αναδείχθηκε ο ρόλος της Ελλάδας ως αξιόπιστου συνομιλητή στην Ε.Ε. και στο ΣΑΗΕ» και άλλα ευχολόγια.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει καταρρεύσει στη Β. Αφρική. Καταγράφονται διαδοχικές «γκάφες» που στη συνέχεια «δεν μαζεύονται». Οι ανακοινώσεις του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών δεν φωτίζουν στο παραμικρό τη βαθύτερη ουσία των συζητήσεων και δεν βοηθούν τον λαό να καταλάβει εάν η κυβέρνηση που τον διοικεί κινείται προς την υλοποίηση συγκεκριμένου αποτελεσματικού σχεδίου, για να προχωρήσουν θετικά για τις δύο χώρες τα κρίσιμα διμερή θέματα Ελλάδας – Λιβύης, χωρίς τα «φρένα» που βάζει η Τουρκία, ή δεν ξέρει τι της γίνεται…
Οι αστοχίες, οι παραλείψεις, οι καθυστερήσεις, οι παλινωδίες, οι κουτοπονηριές και τα λάθη επί λαθών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στη Λιβύη δεν αλλάζουν με «ταξήματα» και δωροδοκίες, στους, ούτως ή άλλως, διεφθαρμένους συνομιλητές της. Πρόκειται για επανάληψη παρόμοιων ανακοινώσεων και στις προηγούμενες επισκέψεις του Ελληνα ΥΠΕΞ στη Βεγγάζη και την Τρίπολη, χωρίς όμως ορατά απτά αποτελέσματα.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική στη Λιβύη παραπαίει χρόνια τώρα. Στην πιο πρόσφατη ιστορία σημείο καμπής ήταν ο αιφνιδιασμός του Νοεμβρίου 2019, όταν η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNA) της Τρίπολης υπέγραψε με την Τουρκία το γνωστό «ανύπαρκτο» μνημόνιο κατανόησης. Το κείμενο αγνοούσε πλήρως την παρουσία ελληνικών νησιών (Κρήτη, Κάσος, Κάρπαθος κ.ά.) και δημιουργούσε διάδρομο μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα -απέλαση πρέσβη, διεθνείς καταγγελίες- αλλά δεν κατάφερε να ακυρώσει το MoU, το οποίο παραμένει ενεργό και αποτελεί διαρκή απειλή για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η Αθήνα στήριξε αρχικά τον Χαλίφα Χαφτάρ και την ανατολική Λιβύη, βλέποντάς τον ως αντίβαρο στην τουρκική επιρροή. Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν μετουσιώθηκε σε οριοθέτηση ΑΟΖ με τη Λιβύη, ούτε σε κάτι άλλο. Παρά τις επανειλημμένες συναντήσεις και «οδικούς χάρτες», η συμφωνία παραμένει μακρινός στόχος. Η Λιβύη, διχασμένη, δεν μπορεί (ή δεν θέλει) να προχωρήσει σε συμφωνία που θα ενοχλούσε την Τουρκία, η οποία έχει ισχυρή παρουσία στη Δύση και προσπαθεί πλέον να προσεγγίσει και τον Χαφτάρ.
Παράλληλα, η μεταναστευτική πίεση έχει εκτοξευτεί. Από το 2024-2025 και εντός του 2026, χιλιάδες μετανάστες έχουν φτάσει από τις ακτές της ανατολικής Λιβύης (Τομπρούκ) στην Κρήτη και τη Γαύδο – συχνά πάνω από 15.000-20.000 σε έναν χρόνο. Οι ελληνικές Αρχές έχουν καταγράψει μαζικές αφίξεις, μεταφορές στην ενδοχώρα και αναστολή ασύλου σε ορισμένες περιπτώσεις.
Η Λιβύη (τόσο Ανατολή όσο και Δύση) δεν ασκεί ουσιαστική ανάσχεση, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι τουρκικές δυνάμεις ή δίκτυα που ελέγχουν την Τουρκία εργαλειοποιούν τις ροές ως πίεση προς την Ελλάδα.
Η ελληνική διπλωματία κινείται μεταξύ Τρίπολης και Βεγγάζης, μάλλον «άσφαιρα». Η κατάσταση είναι μία: Οσο και να «τάζεις» στον Σαντάμ, ύστερα από λίγο θα θέλει και άλλα.