Στις 11 Δεκεμβρίου 2026 προσδιορίστηκε η εκδίκαση, σε δεύτερο βαθμό, της πολύκροτης υπόθεσης των υποκλοπών μέσω του κακόβουλου λογισμικού Predator. Ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου θα βρεθούν οι τέσσερις επιχειρηματίες που πρωτοδίκως καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές κάθειρξης, διεκδικώντας την ανατροπή της απόφασης που τους επέβαλε 126 έτη φυλάκισης στον καθένα (με εκτιτέα τα οκτώ).
Η δίκη διεξάγεται υπό τη βαριά σκιά των νέων στοιχείων που προέκυψαν κατά την πρωτόδικη διαδικασία, τα οποία ώθησαν τις αρχές να εκκινήσουν νέες έρευνες για το κακουργηματικό αδίκημα της κατασκοπείας. Παράλληλα, στο μικροσκόπιο της Δικαιοσύνης βρίσκονται πλέον και εννέα συνεργάτες των επιχειρηματιών, στελέχη των εμπλεκόμενων εταιρειών, οι οποίοι ελέγχονται ως πιθανοί συνεργοί στην επιχείρηση επιμόλυνσης των στόχων.
Ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης παραμένει ο χρόνος. Με τη συμπλήρωση της πενταετίας, ο κίνδυνος της παραγραφής είναι πλέον ορατός. Όπως προειδοποιούν οι συνήγοροι των θυμάτων, κάθε ημέρα που καθυστερεί η οριστική κρίση της Δικαιοσύνης, μεμονωμένες πράξεις επιμόλυνσης ή απόπειρες υποκλοπής παραγράφονται, γεγονός που καθιστά την ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας επιτακτική.
Σημειώνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε χορηγήσει ανασταλτική δύναμη στην έφεση των καταδικασθέντων (δύο Ελλήνων και ενός ζεύγους αλλοδαπών). Εάν, ωστόσο, η απόφαση επικυρωθεί τον προσεχή Δεκέμβριο, οι κατηγορούμενοι θα οδηγηθούν άμεσα στην έκτιση της ποινής τους, κλείνοντας έναν από τους πιο σκοτεινούς κύκλους της σύγχρονης θεσμικής ιστορίας της χώρας.



