Σε μία τοποθέτηση που προκαλεί εύλογα ερωτήματα -αν όχι πολιτική ειρωνεία- προχώρησε η επικεφαλής του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, η οποία επέλεξε να… συγχαρεί την Ελλάδα για τις οικονομικές της επιδόσεις, κατατάσσοντάς την μεταξύ των πιο «ισχυρών» οικονομιών της ευρωζώνης.
Η δήλωση έγινε στο πλαίσιο εκδήλωσης ενόψει της Εαρινής Συνόδου του Ταμείου, με την ίδια να αναγνωρίζει τη διαδρομή της χώρας από την κρίση στην ανάκαμψη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον Έλληνα υπουργό Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, επισημαίνοντας ότι η εκλογή του στην προεδρία του Eurogroup επιβεβαιώνει την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας και την ενισχυμένη παρουσία της στον πυρήνα των ευρωπαϊκών εξελίξεων.
«Θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Βρέθηκαν σε μια τεράστια κρίση, την κρίση της ευρωζώνης. Είμαι πολύ ευγνώμων στις ομάδες μας στο ΔΝΤ για τη δουλειά που έκανε το Ταμείο με αυτές τις χώρες. Και δείτε τις τώρα: είναι από τις οικονομίες με τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρώπη. Και πώς το κατάφεραν; Σφίγγεις τα δόντια, κάνεις τα δύσκολα, παίρνεις τους ανθρώπους μαζί σου. Και το γεγονός ότι σήμερα ο πρόεδρος της ευρωζώνης είναι ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών το επιβεβαιώνει. Η πολιτική βούληση, η δέσμευση και η ικανότητα να κάνεις δύσκολες μεταρρυθμίσεις, αποδίδουν», ανέφερε.
Η τοποθέτηση της Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα ακούγεται σαν εγχειρίδιο «success story», μόνο που αφήνει εκτός κάδρου το βασικό: ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό για αυτή την «πολιτική βούληση» και τη «συνέπεια».
Διότι όταν μιλά για «δύσκολες μεταρρυθμίσεις», στην πραγματικότητα μιλά για μια δεκαετία δραματικής εσωτερικής υποτίμησης: περικοπές, ανεργία, μαζική φτωχοποίηση. Όταν επικαλείται «προσήλωση στις αλλαγές», αποσιωπά ότι αυτές οι αλλαγές δεν ήταν ακριβώς προϊόν ελεύθερης επιλογής, αλλά όροι που επιβλήθηκαν υπό καθεστώς δημοσιονομικής ασφυξίας -με τη σφραγίδα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Και τελικά, η «ισχυρή ανάκαμψη» που επικαλείται, έρχεται μετά από μια ιστορική κατάρρευση του ΑΕΠ. Το να παρουσιάζεται, επομένως, η Ελλάδα ως παράδειγμα προς μίμηση, χωρίς αναφορά στο βάθος της ζημιάς που προηγήθηκε, μοιάζει λιγότερο με ανάλυση και περισσότερο με πολιτική αυτοδικαίωση.