Με τις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας απορρίφθηκε η πρόταση του ΠΑΣΟΚ, επιβεβαιώνοντας τις καταγγελίες για μια ενορχηστρωμένη επιχείρηση συγκάλυψης που οδηγεί σε πρωτοφανή θεσμική εκτροπή και διεθνή διασυρμό.
Το προδιαγεγραμμένο τέλος σε μία από τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης κοινοβουλευτικής ιστορίας γράφτηκε στην Ολομέλεια της Βουλής, με την κυβερνητική πλειοψηφία να επιστρατεύει την αριθμητική της ισχύ για να θάψει οριστικά την αλήθεια γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών. Με 155 «όχι» από τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής απορρίφθηκε, επισφραγίζοντας μια αντιθεσμική μεθόδευση που εκθέτει ανεπανόρθωτα τη χώρα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η ψηφοφορία εξελίχθηκε σε έναν απόλυτο κοινοβουλευτικό μονόλογο της ΝΔ, καθώς σύσσωμη η αντιπολίτευση επέλεξε να μην νομιμοποιήσει το κυβερνητικό «θέατρο του παραλόγου» και αποχώρησε μαζικά από την αίθουσα αμέσως μετά τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η Πλεύση Ελευθερίας και ο ανεξάρτητος βουλευτής Νίκος Παπαδόπουλος, οι οποίοι παρέμειναν για να καταψηφίσουν τη μεθόδευση, με αποτέλεσμα να καταγραφούν μόλις 6 ψήφοι υπέρ της πρότασης, επί συνόλου 161 παρόντων. Από την κυβερνητική πτέρυγα, ο μοναδικός που διαφοροποιήθηκε διά της απουσίας του ήταν ο βουλευτής Γιώργος Βλάχος.
Το νομικίστικο άλλοθι της «εθνικής ασφάλειας» και η αυτοδιάψευση του Μαξίμου
Το πολιτικό οξύμωρο που σφράγισε τη θυελλώδη συνεδρίαση βγάζει μάτι και εκθέτει πλήρως το Μέγαρο Μαξίμου. Η κυβέρνηση, διά του εισηγητή της Μάκη Βορίδη, οχυρώθηκε πίσω από το άρθρο 68 παρ. 2 του Συντάγματος, ισχυριζόμενη ότι επειδή το ζήτημα αφορά την ΕΥΠ, άπτεται της εθνικής ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής, συνεπώς απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών και όχι ο χαμηλός πήχης των 120 ψήφων της μειοψηφίας.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πλήρης κυβερνητική αυτοδιάψευση και ο πανικός του επιτελικού κράτους:
Από τη μία πλευρά, το Μαξίμου ισχυρίζεται με επιμονή ότι η ΕΥΠ δεν έχει καμία σχέση με το παράνομο λογισμικό Predator και ότι πρόκειται για μια υπόθεση που αφορά αποκλειστικά ιδιώτες.
Από την άλλη πλευρά, όταν έρχεται η ώρα του κοινοβουλευτικού ελέγχου, η ίδια κυβέρνηση βαφτίζει την έρευνα για το Predator «απειλή για την εθνική ασφάλεια» προκειμένου να μπλοκάρει τη διαδικασία.
Αν το κακόβουλο λογισμικό δεν χρησιμοποιήθηκε από κρατικές υπηρεσίες, τότε γιατί η διερεύνησή του απειλεί τα εθνικά συμφέροντα; Η απάντηση είναι προφανής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη τρόμαξε και μόνο στην ιδέα μιας πραγματικής έρευνας, καθώς γνώριζε ότι αν άνοιγε ο φάκελος, θα αποκαλύπτονταν οι υπόγειες διαδρομές και το κοινό κέντρο που συνέδεε τις «νόμιμες» επισυνδέσεις της ΕΥΠ με τις μολύνσεις του Predator στα ίδια ακριβώς θύματα.
Μέτωπο της αντιπολίτευσης ενάντια στο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα
Η βίαιη καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας προκάλεσε την ομόθυμη και σφοδρή αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία σε κοινό τόνο κατήγγειλαν τις μεθοδεύσεις του Μαξίμου.
«Συντελέστηκε ένα ακόμα επεισόδιο στη συγκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών με ευθύνη της κυβερνητικής πλειοψηφίας και επιβλήθηκε ένα ακόμα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα»
Αυτή η κοινή διαπίστωση από τα κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΕΛΛΥ, ΝΙΚΗ, Νέα Αριστερά και Πλεύση Ελευθερίας αποτυπώνει το μέγεθος της θεσμικής απαξίωσης. Η τακτική του «δεν ξέρω, δεν είδα, αλλά δεν αφήνω και κανέναν να ψάξει» επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση επιλέγει συνειδητά τον δρόμο της συσκότισης. Το τίμημα για αυτή την επιχείρηση πολιτικής επιβίωσης το πληρώνει η ίδια η χώρα, η οποία υποβαθμίζεται διεθνώς, εμφανιζόμενη ως ένα κράτος όπου η διαφάνεια, η λογοδοσία και η διάκριση των εξουσιών θυσιάζονται απροκάλυπτα στον βωμό των κυβερνητικών σκοπιμοτήτων.