Το ανησυχητικό είναι όχι το ότι μας ξεχνούν οι κυβερνήσεις αμέσως μετά τις εκλογές, αλλά το ότι εμείς ξεχνάμε να τους υπενθυμίζουμε τις υποχρεώσεις τους
Κάποια γεγονότα δεν επιτρέπεται να ξεθωριάζουν στην κοινωνική μνήμη. Οχι επειδή πρέπει να ζούμε συνεχώς στη θλίψη, αλλά επειδή υπάρχουν τραγωδίες που είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, κρατικών παραλείψεων και κοινωνικής αδράνειας. Με αποτέλεσμα να είμαστε καταδικασμένοι να τις ξαναζήσουμε, αφού τις αντιμετωπίζουμε ως ένα θέαμα της στιγμής και όχι ως αφορμή μιας μόνιμης αφύπνισης.
Είναι αλήθεια ότι για πολύ καιρό η ελληνική κοινωνία έδειχνε αποφασισμένη να μη δεχθεί τη συγκάλυψη, την προχειρότητα και την ατιμωρησία των υπευθύνων της τραγωδίας των Τεμπών. Κι όμως, όσο περνά ο χρόνος, η συλλογική ένταση ατονεί και η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε από το αν διορθώθηκαν οι παθογένειες που οδήγησαν στην τραγωδία στο αν πρέπει ή όχι να πολιτευθεί η Καρυστιανού! Η ουσία του θέματος χάθηκε πίσω από την πολιτική κατανάλωση και την προσχηματική επικοινωνιακή αντιπαράθεση.
Τα ίδια είχαν γίνει και με το Μάτι. Οι εικόνες των ανθρώπων που έτρεχαν να σωθούν, οι οικογένειες που χάθηκαν αγκαλιασμένες μέσα στις φλόγες, τα καμένα σπίτια μάς είχαν στοιχειώσει για μήνες. Σήμερα, πόσοι πραγματικά γνωρίζουν αν ουσιαστικά άλλαξε κάτι; Πόσοι αισθάνονται βέβαιοι ότι μία αντίστοιχη φωτιά δεν θα οδηγήσει ξανά σε ανάλογη τραγωδία;
Πριν από μόλις λίγες ημέρες συγκλονιστήκαμε από την αυτοκτονία των δύο κοριτσιών στην Ηλιούπολη. Στα τηλεοπτικά πάνελ οι «ειδήμονες», «συγκινημένοι», μίλησαν για την ψυχική υγεία των νέων, ενώ οι πολιτικοί εξέφρασαν τη «βαθιά θλίψη» τους. Η Πολιτεία αρκέστηκε σε ορισμένα κοινωνικά μηνύματα περί γονεϊκής ευθύνης, λες και τόσο σύνθετα θέματα αντιμετωπίζονται με τηλεοπτικά σποτ! Και η κοινωνία επέστρεψε ήδη στην «κανονικότητά» της, μέχρι το επόμενο παιδί που θα χαθεί…
Η πιο αθόρυβη, όμως, και βαθιά πληγή είναι η φυγή εκατοντάδων χιλιάδων νέων Ελλήνων στο εξωτερικό. Ενα φαινόμενο που αντιμετωπίζεται σχεδόν μοιρολατρικά, σαν μία φυσική εξέλιξη και όχι ως μία πολιτική και κοινωνική αποτυχία. Δεν υπάρχει ίσως καμία ελληνική οικογένεια που να μην έχει στερηθεί ένα παιδί, ένα εγγόνι ή ένα βαφτιστήρι της. Κι όμως, η κοινωνική έκρηξη, που θα έπρεπε να είχε ήδη εκδηλωθεί, δείχνει να υποκαθίσταται από την παρηγορητική οπτική τού «δεν βαριέσαι, τουλάχιστον τα παιδιά βρήκαν καλύτερη ζωή έξω»!
Σαν να είναι, δηλαδή, φυσιολογικό για μία χώρα να μορφώνει τα παιδιά της και να τα χαρίζει τελικά σε άλλες κοινωνίες. Σαν να θεωρείται επιτυχία το ότι οι νέοι μεγαλώνουν και προοδεύουν μακριά από την πατρίδα τους, επειδή σ’ αυτήν δεν μπορούν να ονειρευτούν το μέλλον τους!
Η ενδοοικογενειακή βία αντιμετωπίζεται ως «μεμονωμένα περιστατικά», τα εργατικά δυστυχήματα ως στατιστικές υποσημειώσεις, ενώ οι ελλείψεις υποδομών και τα θύματα που προκαλούν αυτές αποδίδονται στα «ακραία καιρικά φαινόμενα». Δυστυχώς, το ανησυχητικό είναι όχι το ότι μας ξεχνούν οι κυβερνήσεις αμέσως μετά τις εκλογές, αλλά το ότι εμείς ξεχνάμε και παραλείπουμε να τους υπενθυμίζουμε τις υποχρεώσεις τους. Η οργή μας εξαντλείται γρήγορα και η μνήμη μας γίνεται επιλεκτική και βραχύβια. Και όποια συγκίνησή μας εξαντλείται στην τηλεοπτική εικόνα.
Μια τέτοια κοινωνία, όμως, είναι καταδικασμένη να ξαναζήσει τις τραγωδίες της. Και ίσως τελικά η μεγαλύτερη ήττα της να μην προέρχεται από τις ίδιες τις τραγωδίες, αλλά από το πόσο γρήγορα συμβιβάζεται με αυτές.
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»

