Ο εφιάλτης της ακρίβειας αποτελεί το κυριότερο ποιοτικό στοιχείο στη δυσαρέσκεια που εκφράζουν οι πολίτες
- Κώστας Καββαδίας
Παρά τις κατηγορηματικές διαψεύσεις του Μεγάρου Μαξίμου ότι οι εθνικές εκλογές θα διεξαχθούν κανονικά την άνοιξη του 2027, στο εσωτερικό των υψηλών κλιμακίων της κυβερνητικής παράταξης πληθαίνουν οι φωνές που εισηγούνται στον Κυριάκο Μητσοτάκη μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, με ορίζοντα τον ερχόμενο Οκτώβριο. Η δημόσια εικόνα όπως εκπέμπεται την τρέχουσα περίοδο παραμένει αυστηρά στο πλαίσιο της πολιτικής σταθερότητας και της εξάντλησης της τετραετίας, όμως στο παρασκήνιο η συζήτηση για το εκλογικό timing φαίνεται να επανέρχεται με ένταση και γι’ αυτό υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι.
Παρότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν βρίσκονται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, με το ΠΑΣΟΚ να απειλείται ευθέως από την επαναφορά Τσίπρα, αλλά και την Αριστερά να αποσυντίθεται, το κυβερνών κόμμα συνεχίζει διαρκώς να χάνει δυνάμεις, αδυνατώντας να πείσει ως πόλος σταθερότητας.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο επικρατεί έντονος προβληματισμός για τη διαρκή δημοσκοπική φθορά, τις εσωκομματικές αναταράξεις και το ολοένα πιο σύνθετο πολιτικό περιβάλλον. Οι πληροφορίες που διακινούνται το τελευταίο διάστημα συγκλίνουν σε δύο συγκεκριμένες ημερομηνίες που εξετάζονται ως πιθανά εκλογικά σενάρια: την 27η Σεπτεμβρίου και την 11η Οκτωβρίου. Επισήμως ουδείς αναλαμβάνει να επιβεβαιώσει τις σχετικές συζητήσεις, ωστόσο είναι κοινό μυστικό ότι ο εκλογικός αιφνιδιασμός, όταν αποφασίζεται, δεν προαναγγέλλεται ποτέ.
Το πρώτο και ίσως ισχυρότερο επιχείρημα όσων εισηγούνται πρόωρες κάλπες αφορά ακριβώς τις ανακατατάξεις στο αναμφίβολα ρευστό πολιτικό σκηνικό. Παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία τη δυναμική που επιχειρούν να αναπτύξουν τα εγχειρήματα Τσίπρα και Καρυστιανού.
Την ίδια στιγμή και στο ίδιο πλαίσιο, στο Μαξίμου δεν υποτιμούν καθόλου τον παράγοντα Αντώνη Σαμαρά. Οι συνεχείς καταγγελτικές παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού, η ανοιχτή αμφισβήτηση κεντρικών κυβερνητικών επιλογών και τα επίμονα σενάρια περί δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα προκαλούν έντονο εκνευρισμό σε κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Η εκτίμηση πολλών είναι ότι μια ενδεχόμενη πολιτική κίνηση του κ. Σαμαρά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για νέες διαρροές ψηφοφόρων από τη δεξιά πτέρυγα της παράταξης, οδηγώντας σε οριστικό τερματισμό όποιων προσδοκιών αυτοδυναμίας. Για τον λόγο αυτόν, συνεργάτες του πρωθυπουργού εισηγούνται ότι μια πρόωρη αναμέτρηση θα μπορούσε να αιφνιδιάσει τους πολιτικούς αντιπάλους πριν αποκτήσουν την απαιτούμενη οργανωτική και εκλογική ετοιμότητα.
Το δεύτερο επιχείρημα συνδέεται άμεσα με τη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Η φετινή ΔΕΘ αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση ως κομβικός πολιτικός σταθμός. Στο πρωθυπουργικό επιτελείο επεξεργάζονται εδώ και μήνες ένα πακέτο εξαγγελιών που φιλοδοξεί να δημιουργήσει αίσθηση επανεκκίνησης και να καλλιεργήσει ένα πιο αισιόδοξο κλίμα στην κοινωνία. Φορολογικές παρεμβάσεις, μέτρα για τη μεσαία τάξη, ενισχύσεις σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και παρεμβάσεις για την καθημερινότητα αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο του πρωθυπουργικού λόγου.
Οι υποστηρικτές του σεναρίου των πρόωρων εκλογών θεωρούν ότι η ΔΕΘ θα μπορούσε να αποτελέσει το τελευταίο μεγάλο επικοινωνιακό ορόσημο πριν από μια εκλογική αναμέτρηση. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η κυβέρνηση θα επιδιώξει να κεφαλαιοποιήσει το θετικό αποτύπωμα των εξαγγελιών και να προσφύγει γρήγορα στις κάλπες, προτού η κοινωνική πραγματικότητα απορροφήσει το πολιτικό μήνυμα.
Το τρίτο και πλέον ανησυχητικό για το κυβερνητικό στρατόπεδο επιχείρημα αφορά τον φόβο νέων πολιτικών περιπετειών τους επόμενους μήνες. Στελέχη που εισηγούνται εκλογικό αιφνιδιασμό προειδοποιούν ότι ο χειμώνας ενδέχεται να εξελιχθεί σε ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την κυβέρνηση.
«Κάθε πέρυσι και καλύτερα» είναι το μότο που σιγοψιθυρίζεται εντός του Μαξίμου σχετικά με τις σκανδαλώδεις υποθέσεις. Στο μέτωπο του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι αποκαλύψεις συνεχίζουν να προκαλούν πολιτικούς κραδασμούς, ενώ κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα ποια νέα στοιχεία ενδέχεται να έρθουν στο φως.
Παράλληλα, το σκάνδαλο των υποκλοπών όχι μόνο δεν έχει κλείσει πολιτικά, αντιθέτως παρουσιάζει διαρκώς νέες αναζωπυρώσεις με τις απειλητικές διαθέσεις του Ταλ Ντίλιαν να εντείνουν τον φόβο στην κυβερνώσα παράταξη.
Στην ίδια εξίσωση προστίθενται και οι εξελίξεις γύρω από το σιδηροδρομικό έγκλημα των Τεμπών, μια υπόθεση που εξακολουθεί να προκαλεί ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα και ακόμη βρίσκεται σε αρχικό στάδιο διερεύνησης.
Πάνω απ’ όλα, όμως, βρίσκεται ο διαρκής εφιάλτης της ακρίβειας. Το αυξημένο κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση και η αίσθηση οικονομικής ασφυξίας που επικρατεί σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αποτελούν το κυριότερο ποιοτικό στοιχείο στη δυσαρέσκεια που εκφράζουν οι πολίτες.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η εικόνα που εκπέμπει η κυβερνητική παράταξη απέχει πολύ από εκείνη της πολιτικής αυτοπεποίθησης που επιχειρεί να προβάλει δημόσια. Οι χαμηλές πτήσεις στις δημοσκοπήσεις, οι εσωκομματικοί κραδασμοί, οι ανοιχτές διαφοροποιήσεις κορυφαίων στελεχών και ο φόβος νέων πολιτικών εκπλήξεων δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας και νευρικότητας.
Γι’ αυτό και, παρά τις επίσημες διαψεύσεις, η συζήτηση για πρόωρες κάλπες όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά φαίνεται να αποκτά ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές. Το βέβαιο είναι ότι πίσω από τις επίσημες διαβεβαιώσεις περί εξάντλησης της τετραετίας στο κυβερνητικό στρατόπεδο κυριαρχεί ο φόβος ότι ο πολιτικός χρόνος δεν λειτουργεί πλέον υπέρ της Νέας Δημοκρατίας. Κάθε μήνας που περνά φέρνει νέα μέτωπα, νέα ερωτήματα και νέες εστίες φθοράς, την ώρα που το πολιτικό σκηνικό αναδιατάσσεται με ταχύτητα. Κι όσο τα σύννεφα πυκνώνουν πάνω από το Μαξίμου τόσο θα ενισχύονται οι φωνές που ζητούν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη να στήσει κάλπες το φθινόπωρο, πριν οι πολιτικές εξελίξεις τον προλάβουν, καταδικάζοντας οριστικά όποιες προσδοκίες αντιστροφής της κατάστασης.